Τετάρτη 05 Αυγούστου
Διοικητική Διαίρεση
Δημοτική Ενότητα Αταλάντης

Η Αταλάντη

Η Αταλάντη είναι κωμόπολη του νομού Φθιώτιδας. Αποτελεί έδρα του Δήμου Λοκρών. Είναι εμπορικό, γεωργοκτηνοτροφικό και βιομηχανικό κέντρο της πρώην επαρχίας Λοκρίδας. Είναι χτισμένη στους πρόποδες του βουνού Ρόδα (Χλωμό). Απέχει 78,5 χλμ από τη Λαμία και 146 χιλ. από την Αθήνα. Ο πληθυσμός της, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, ανέρχεται σε 4.978 κατοίκους. Ο τηλεφωνικός κωδικός της είναι 22330 και ο ταχυδρομικός κωδικός είναι 35200.

Μυθολογικά στοιχεία

Άγαλμα της Αταλάντης στην είσοδο της πόλης (φωτό)
Πρωτεύουσα της Λοκρίδας ήταν η πόλη Οπούς. Κατά τον Ησίοδο και τον Πλούταρχο, η πόλη Οπούς πήρε το όνομα της από τον Οπούντα, ο οποίος ήταν γιος του Λοκρού και δισέγγονος του Δευκαλίωνα και της Πύρρας.

Οι Οπούντιοι Λοκροί συμμετείχαν στον Τρωικό Πόλεμο με 40 καράβια και τέσσερις χιλιάδες πολεμιστές. Επικεφαλής των Οπούντιων στο Τρωικό Πόλεμο ήταν ο Αίας ο Λοκρός, γιος του Οϊλέως και εγγονός του Οδοιδόκου. Ο Αίας διακρίθηκε ιδιαίτερα στο Τρωικό Πόλεμο, ωστόσο κατά την επιστροφή του από τη Τροία το πλοίο του έπεσε σε θαλασσοταραχή με αποτέλεσμα να βυθιστεί και να έχει ο ίδιος και το πλήρωμα του άδοξο τέλος. Από τον Οπούντα ήταν ο καλύτερος φίλος του Αχιλλέα, ο Πάτροκλος, ο γιος του Μενοίτιου. Ο Πάτροκλος, όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, σκότωσε πάνω στο παιχνίδι ένα συνομήλικό του αρχοντόπουλο, τον Κλεισώνυμο, το γιο του Αμφιδάμαντα. Αν και ήταν ανήλικος, ο Πάτροκλος έπρεπε να φύγει από τον τόπο του, γιατί τον βάραινε το αίμα του νεκρού. Έτσι ο πατέρας του τον έφερε στον Πηλέα, που τον ανάθρεψε μαζί με τον Αχιλλέα σαν δικό του παιδί.

Ιστορία

Προϊστορία

Τα πρώτα δείγματα οργανωμένης ανθρώπινης ζωής στην περιοχή της Αταλάντης απαντώνται στη Νεολιθική εποχή (7000 π.Χ. – 3200/3100 π.Χ.), όταν και αναπτύσσεται οικισμός στην πεδιάδα της Αταλάντης κοντά στην Σκάλα. Στον οικισμό αυτό παρατηρούνται όλες οι δραστηριότητες του νεολιθικού ανθρώπου: γεωργία, κτηνοτροφία, κυνήγι, αλιεία.

Νεολιθικά εργαλεία στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης

Κατά την Πρωτοελλαδική περίοδο (3200 -2100 π.Χ.) παρατηρείται ανάπτυξη του εμπορίου (χερσαίου και θαλάσσιου) και της κεραμικής, έχοντας επιρροές και από άλλους οικισμούς της ηπειρωτικής αλλά και νησιωτικής Ελλάδας. Ο οικισμός αυτός -όπως και άλλοι αντίστοιχοι της περιόδου- χαρακτηρίζεται από μία κοινωνία ιεραρχικά οργανωμένη.

Την Μεσοελλαδική περίοδο (2100 – 1600 π.Χ.) σημειώνονται καταστροφές οικισμών (που πιθανώς οφείλονται στην εισβολή άλλων ελληνικών φύλων). Παρατηρείται εσωστρέφεια, επιστροφή στη γεωργία και πολιτισμική απομόνωση.

Πιθανότατα την Υστεροελλαδική περίοδο (ύστερη εποχή του Χαλκού μεταξύ 1600 και 1100 π.Χ.) χτίζεται η μυκηναϊκή πόλη του Οπούντα. Βασικές ασχολίες των κατοίκων είναι η αλιεία και η γεωργία (καλλιεργούνται σιτάρι, δημητριακά, όσπρια, ελιές, σταφύλια και παράγεται κρασί).

Τον 11ο αιώνα π.Χ. (Υπομυκηναϊκή περίοδος) παρατηρείται οικονομική και πληθυσμιακή υποχώρηση, όπως επίσης και εγκατάλειψη παλαιών οικισμών αλλά και δημιουργία νέων. Χαρακτηριστικό της περιόδου είναι η προσκόλληση στην παράδοση. Η κεραμική παραμένει από τις βασικές ασχολίες των κατοίκων.

Πρωτογεωμετρική περίοδος

Μεταξύ 10ου και 8ου αιώνα π.Χ. στον Οπούντα το πολίτευμα είναι αριστοκρατικό και ολιγαρχικό. Η ιεραρχία είναι από τα βασικά γνωρίσματα της κοινωνίας της εποχής αυτής. Είναι μία κοινωνία
πολυταξική όπου οι τάξεις οφείλουν την ύπαρξή τους κυρίως στη διάκριση μεταξύ των διαφορετικών ασχολιών των κατοίκων. Αναπτύσσεται το εμπόριο και η ναυτιλία. Ο Οπούντας δέχεται επιρροές στην τέχνη από την Αττική, την Κόρινθο, την Εύβοια και τη Θεσσαλία. Παρατηρείται μαζική παραγωγή αγγείων και ανθίζει παράλληλα και η μεταλλουργεία (κατασκευή όπλων και χρυσών κοσμημάτων). Όλα αυτά συνηγορούν στην ύπαρξη ενός εύπορου λαού στην περιοχή της Οπουντίας Λοκρίδος.

Αρχαϊκή Περίοδος

Κατά την Αρχαϊκή περίοδο (700 – 480 π.Χ.) το πολίτευμα του Οπούντα παραμένει ολιγαρχικό χωρίς ωστόσο να παρουσιάζει πολιτικές διαμάχες. Πιθανώς να μπορούμε να κάνουμε λόγο για μία
«συντηρητική δημοκρατία» μιας και δεν υπήρχαν δούλοι στην Λοκρίδα. Κύριες ασχολίες των κατοίκων παραμένουν η γεωργία, η κτηνοτροφία (κυρίως εκτροφή βοοειδών), η αλιεία, η κεραμοποιία και η αμπελουργία.

Κλασσική Εποχή

Ψηφιδωτό παλαιοχριστιανικής εποχής στα Παλιομάγαζα (φωτό)

Την Κλασσική Εποχή (β’ τέταρτο 5ου αιώνα π.Χ. – 323 π.Χ.) και πιο συγκεκριμένα την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου (431 - 404 π.Χ.) οι Λοκροί τάσσονται στο πλευρό των Σπαρτιατών
(ηγέτιδας δύναμης της Πελοποννησιακής Συμμαχίας). Οι Αθηναίοι επιτίθενται και καταστρέφουν τις παραθαλάσσιες Λοκρικές πόλεις. Το 431 π.Χ. οχυρώνουν την νήσο Αταλάντη (Αταλαντονήσι ή Ταλαντονήσι), με σκοπό να ανακόψουν τη δράση των Λοκρών πειρατών και να διασφαλίσουν την ασφάλεια των ακτών της Εύβοιας. Όμως ο σεισμός του 426 π.Χ. κατάστρεψε μέρος των τειχών και του φρουρίου που βρίσκονταν στο Αταλαντονήσι.

Ελληνιστική περίοδος

Κρήνη σε σχήμα κεφαλής λέοντα - Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης(φωτό)

Στους Ελληνιστικούς χρόνους (336 ή 323 π.Χ. – μέσα 1ου αιώνα π.Χ.) ένας νέος σεισμός το 300 π.Χ. καταστρέφει μέρος του Οπούντα. Το 204 π.Χ. ο Ρωμαίος στρατηγός Γάιος Φλαμίνιος (λατινικά: Gaius Flaminius) κυριεύει τον Οπούντα, ωστόσο δίνει εκ νέου την ανεξαρτησία στους Λοκρούς το 197 π.Χ. Το 165 π.Χ. ιδρύεται το «Κοινό των Λοκρών». Άλλος ένας σεισμός το 106 π.Χ. καταστρέφει των Οπούντα, ο οποίος όμως ανοικοδομείται ξανά. Το τέλος των Ελληνιστικών χρόνων σφραγίζει η επιδρομή του Σύλλα (Λεύκιος Κορνήλιος Σύλλας, λατινικά: Lucius Cornelius Sulla Felix) στη περιοχή το 87/86 π.Χ. Καθ’ όλη την περίοδο αυτή ο Οπούντας παραμένει μια αγροτική -κατά κύριο λόγο- οικονομία. Παράλληλα η Αταλάντης αποτελεί το κυρίως βιοτεχνικό κέντρο κεραμικής της περιοχής. Η εισβολή του Σύλλα ώθησε πολλούς κατοίκους των πόλεων της Οπουντίας Λοκρίδας να εγκαταλείψουν τους οικισμούς που διέμεναν κατά τη διάρκεια της Ρωμαϊκής περιόδου (30 π.Χ. – 324 μ.Χ.). Εντείνεται η αστικοποίηση και κατά κύριο λόγο ο πληθυσμός συγκεντρώνεται στον Οπούντα και στον Κύνο. Εμφανίζονται μεγάλες ιδιόκτητες εκτάσεις – αγροκτήματα στην περιοχή. Στην Αταλάντη κατασκευάζονται λουτρά και υδραγωγείο.

Παλαιοχριστιανική περίοδος

Παλαιοχριστιανικά ερείπια στην τοποθεσία Παλιομάγαζα

Κατά τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους δημιουργείται η Επισκοπή Οπούντος (Οικουμενική Σύνοδος Εφέσου το 431 μ.Χ. και της Χαλκηδόνας το 451 μ.Χ.) που υπάγεται στην Μητρόπολη Κορίνθου.

Τα έτη 376 μ.Χ. και 395-397 μ.Χ. σημειώνονται επιδρομές Γότθων και Βισηγότθων (υπό τον Αλάριχο Α’) στην περιοχή που πλήττουν σοβαρά την οικονομία της περιοχής. Παρατηρείται μία εκ νέου οπισθοδρόμηση και σε αρκετές περιπτώσεις εγκατάλειψη των παράκτιων οικισμών.

Βυζαντινή περίοδος

Το 565 μ.Χ. (στη διάρκεια των Βυζαντινών χρόνων επί Ιουστινιανού Α’) αναφέρεται για πρώτη φορά η ονομασία «Ταλάντι».

Μεταξύ 7ου και 10ου αιώνα μ.Χ. οι πηγές είναι ελάχιστες λόγω της «Εικονομαχίας» που είχε ξεσπάσει στο Βυζάντιο την περίοδο αυτή. Τον 9ο αιώνα σημειώνονται επιδρομές Αράβων και τον 10ο επιδρομές Βουλγάρων (υπό τον Τσάρο Συμεών Α’).

Το 1204 μ.Χ. ιδρύεται η «Βαρωνία Αταλάντης»[1] από τον Φράγκο ηγεμόνα Βονιφάτιο τον Μομφερατικό αποτελώντας τμήμα του Δουκάτου των Αθηνών και ένα από τα τέσσερα σημαντικότερα
λιμάνια του, με έδρα το Ταλάντι (La Calandri).

Ο Καταλανικός πύργος "Κούλια" στην Αταλάντη (φωτό)

Το 13ο αιώνα η Αταλάντη απαντάται με το λατινικό όνομα «Talantum». Η διοίκηση της περιοχής γίνεται κατά τα φεουδαρχικά πρότυπα μικρών πόλεων-κρατών της εποχής.

Το 1311 μ.Χ. το Δουκάτο των Αθηνών περνά στα χέρια των Καταλανών μισθοφόρων (Καταλανική Κομπανία) μετά την νικηφόρα μάχη της Κωπαΐδας. Το 1319 το Δουκάτο περνά στα χέρια των Σικελών.

Το 1380 Ναβαραίοι κάνουν επιδρομές εναντίον των Καταλανών της Αταλάντης. Το 1385 μ.Χ. όλη η Φθιώτιδα περνά στα χέρια των Σέρβων εκτός της Αταλάντης. Η σλαβικής ετυμολόγησης ονομασία του βουνού της Αταλάντης ως Χλωμός φανερώνει σημαντική επίδραση των Σλάβων στον τόπο.

Το 1388 μ.Χ. η περιοχή της Λοκρίδας περνά στα χέρια των φλωρεντιανής καταγωγής Ατσαγιόλι και τερματίζεται η καταλανική κυριαρχία.

Το 1393 μ.Χ. ιδρύεται η Επισκοπή Ταλαντίου με έδρα το Ταλάντι (Αταλάντη). Το ίδιο έτος ξεκινούν οι επιδρομές των Τούρκων. Η κατάλυση του Δουκάτου των Αθηνών από τους Οθωμανούς Τούρκους το 1458, οδηγεί στην υποδούλωση της Αταλάντης και όλης της Λοκρίδας εν γένει.

Οθωμανική Περίοδος

Το 1466 καταγράφεται «ναχιγιές» Ταλάντας και από το 1470 μ.Χ. και εξής η περιοχή υπάγεται στο Σαντζάκι (Τούρκικα: سنجاق) του Ευρίπου (Τουρκικά: Εγριμπόζ). Στην απογραφή του 1466 μ.Χ. στην Αταλάντη ζουν 248 οικογένειες, 18 άγαμοι και 22 χήρες όλοι τους αποκλειστικά Χριστιανοί.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1506 στην Αταλάντη υπήρχαν 449 εστίες Χριστιανών και 13 Οθωμανών. Το 1521 καταγράφονται 435 στην Αταλάντη χριστιανικά σπίτια[2] και 30 οθωμανικά, ενώ
οι συνολικοί φόροι που πληρώνουν οι κάτοικοι ανέρχονται σε 33.541 άσπρα (αργυρό Οθωμανικό νόμισμα).

Οι κάτοικοι της Αταλάντης δεν πλήρωναν χαράτσι, σπέντζα και άλλους χρηματικούς φόρους, ενώ παράλληλα τα παιδιά τους ήταν απαλλαγμένα από το παιδομάζωμα (Τουρκ. devşirme, ντεβσιρμέ). Σαν αντάλλαγμα οι κάτοικοι της Αταλάντης όφειλαν να προστατεύουν τα θαλάσσια στενά και τα παράλια σε περίπτωση επίθεσης πειρατικών και εχθρικών πλοίων[3] διαθέτοντας 7 ένοπλους ιππείς.

Τα προνόμια αυτά διατηρούσαν οι κάτοικοι της Αταλάντης έως και 1571 μ.Χ. Σύμφωνα με την απογραφή του ίδιου έτους στην Αταλάντη υπήρχαν 622 εστίες Χριστιανών και 77 Οθωμανών, γεγονός που την καθιστούσε το μεγαλύτερο οικισμό σε όλη την Λοκρίδα, με πληθυσμό περίπου 3000. Αυτό εξηγεί και την αναβάθμιση της Αταλάντης σε καζά που περιλάμβανε τα γύρω χωριά κατά των επόμενο αιώνα. Κυριότερες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία (δημητριακά, αμπελουργία), καλλιέργεια λιναριού, κηπευτικών και βαμβακιού, όπως επίσης η μελισσοκομεία και η κτηνοτροφία.

Το 1688 -κατά τη διάρκεια του Ενετοτουρκικού πολέμου- ο αρματολός Κούρμας και ο επίσκοπος Αμφίσσης Φιλόθεος κυριεύουν πρόσκαιρα την Αταλάντη και εκδιώκουν την τουρκική φρουρά.

Την ίδια χρονιά λοιμός ξεσπά στην Αταλάντη. Οι Τούρκοι ανακαταλαμβάνουν την πόλη σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Αρκετές οικογένειες[4] -με το φόβο των αντιποίνων προφανώς- καταφεύγουν στην Ενετοκρατούμενη Πελοπόννησο μεταξύ 1691 και 1697.

Η γνώσεις μας για την περίοδο του 18ου και αρχές 19ου αιώνα είναι λίγες και περιορίζονται κυρίως σε αναφορές περιηγητών της εποχής.

Ο Γάλλος περιηγητής Φρανσουά Πουκεβίλ (φωτό)

Ένας από αυτούς, ο Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (William Martin Leake) επισκέφθηκε την Αταλάντη το 1805 για την οποία γράφει: «Η πόλη αυτή περιλαμβάνει 300 σπίτια, από τα οποία το ένα τρίτο είναι τουρκικά. Μερικά από τα σπίτια της Αταλάντης είναι μεγάλα και το καθένα τους περιστοιχίζεται από κήπο, οπότε φαντάζουν όμορφα από μακριά. Αλλά τα πιο πολλά είναι εγκαταλειμμένα, και μισοερειπωμένα, εν μέρει μίας επιδημίας πανώλης που ξεκλήρισε ολόκληρες οικογένειες λίγα χρόνια πριν. Ο διοικητής είναι ο Ισσέντ Μπέης, ένας γιος του Καπιζιλάρ Καγιασί του Αλή Πασά. Η Ελληνική γειτονιά είναι χωριστά από την Τουρκική. Ο Επίσκοπος του Ταλαντίου, που υπάγεται στο Μητροπολίτη Αθηνών, είναι επικεφαλής της κοινότητας και διαθέτει ένα ανεκτό σπίτι στην Επισκοπή, μέσα σε έναν κήπο από πορτοκαλιές, λεμονιές και άλλα οπωροφόρα δέντρα, κήπος που, παρά τη σχετική αγριότητά του, είναι ο καλύτερος του τόπου κάτι τι το εξαιρετικό στην περιοχή. Η πεδιάδα είναι πολύ εύφορη, αλλά ελάχιστα καλλιεργημένη, επειδή λείπουν τα χέρια. Στα χαμηλά μέρη της, προς τη θάλασσα, φυτρώνει καλαμπόκι, στα υπόλοιπα εξαίρετο σιτάρι, αμπέλια απ’ όπου φτιάχνουν ένα υποφερτό κρασί, και λίγες ελιές, που ευδοκιμούν τέλεια. Το μεροκάματο είναι ίδιο με εκείνο της Αθήνας, της Λιβαδειάς κ.ο.κ., δηλαδή σαράντα παράδες την ημέρα και μια οκά κρασί. Η διοικητική περιοχή περιλαμβάνει τριάντα έως σαράντα χωριά, τα περισσότερα των οποίων πολύ μικρά, και μισοκατοικημένα, μιας και οι περισσότεροι των κατοίκων τους μεταναστεύουν στις περιοχές της Λιβαδειάς και των Αθηνών, αφότου ο Αλή Πασάς απέκτησε τον τόπο. Ο μουκατάς (εισοδήματα) είναι τώρα στα χέρια του Βελή, που προσπαθεί να φέρει πίσω τους μετανάστες, υποσχόμενος φορολογικές ελαφρύνσεις.»

Ένας άλλος περιηγητής, ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ (Francois Pouqueville) (μεταξύ 1806 και 1816) αναφέρει: «Η Αταλάντη είναι χτισμένη στους πρόποδες του όρους Χλωμόν και διοικείται από ένα βοεβόδα και έναν Καδή. Δύο τζαμιά και μία μητρόπολη είναι τα μόνα αξιόλογα πράγματα που μπορεί να δει κανείς. Η σημασία της πόλης έγκειται στο ότι εικοσιένα χωριά εξαρτώνται διοικητικά απ’ αυτήν.»

Σύμφωνα με άλλες πηγές,[8] το 1800 στο Ταλάντι (Αταλάντη) κατοικούσαν περισσότερες από 200 οικογένειες Οθωμανών σε δικό τους οικισμό (τον Τουρκομαχαλά) στο δυτικό κομμάτι της πόλης. Εκεί επίσης ήταν εγκατεστημένοι ο Βοεβόδας (Τούρκος διοικητής του Καζά Ταλαντίου), ο Τούρκος ταμίας (Χαζναδάρ-Αγάς), ο Τούρκος δικαστής (Καδής ή Κατής) και μία μικρή Τουρκική φρουρά (περί τους 150 άνδρες).

Ως κυριότεροι κοτζαμπάσηδες του Ταλαντίου αναφέρονται οι: Λάμπρος Αλεξάνδρου (μετονομάστηκε αργότερα Ευμολπίδης), Κωνσταντίνος Σακελλίων και Αλέξης Μιχάλης.

Το 1803 χειροτονείται επίσκοπος Ταλαντίου ο Νεόφυτος (Νικόλαος Μεταξάς) από την Αθήνα. 

Από το 1810 στην Αταλάντη προσφέρει τις υπηρεσίες του, σε Έλληνες και Οθωμανούς αδιακρίτως, ο Οθωμανός γιατρός Χασάν Αγάς Κουρταλής.

Η Αταλάντη στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

Το 1821, ο οπλαρχηγός Αντώνης Κοντοσόπουλος ή Γεράντωνος με 1000 περίπου οπλισμένους Λοκρούς, πολιόρκησε τους Οθωμανούς στην Αταλάντη και στις 31 Μαρτίου 1821 την απελευθέρωσε.
Καταλυτική ήταν η συμβολή του Λάμπρου Ελευθερίου, αρχηγού των Αταλαντινών, αλλά και η ομοψυχία και ομόνοια που έδειξαν πρόκριτοι, κάτοικοι και κλήρος της πόλης. Τον Απρίλιου
καθιερώνεται η «ΣΦΡΑΓΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΤΑΛΑΝΤΙ 1821 ΑΠΡΙΛΙΟΥ».

Η σφραγίδα της των Επανατατημένων κατοίκων του Ταλαντίου (Αταλάντης)-Αναγράφεται Απρίλιος 1821 (φωτό)

Τον χειμώνα του ίδιου έτους, ο τουρκικός στρατός υπό τους Ομέρ Βρυώνη και Κιοσέ Μεχμέτ περνώντας από την Αταλάντη, παίρνει αιχμαλώτους τους εναπομείναντες κατοίκους της και καίει όλα
τα σπίτια της. Όσοι κατάφεραν να σωθούν, κατάφυγαν για ασφάλεια στο Αταλαντονήσι. Το επόμενο έτος, η Αταλάντη θα καεί εκ νέου από τα Τουρκικά στρατεύματα που πέρασαν από την περιοχή, ενώ πανώλη θα πέσει στο Αταλαντονήσι.

Ο Τάσος Καρατάσσος (φωτό)

Στην Β΄ Εθνοσυνέλευση (Άστρος Κυνουρίας) το 1823, λαμβάνουν μέρος ο επίσκοπος Ταλαντίου Νεόφυτος και ο πληρεξούσιος Αταλαντινός Λάμπρος Αλεξάνδρου. Έπαρχος Ταλαντίου τοποθετήθηκε ο Ιωάννης Φίλων. Το 1824 ο Τουρκικός στόλος καταλαμβάνει το Αταλαντονήσι, καταστρέφει τις εγκαταστάσεις του, σφάζει και αιχμαλωτίζει όσους είχαν καταφύγει εκεί.

Μεταξύ 5 και 9 Νοεμβρίου 1826 διεξάγεται η Μάχη της Αταλάντης. Ο Αναστάσιος Καρατάσος, ο Αγγελής Γάτσος και ο φιλέλληνας Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier) ηγούνται 1500 Θεσσαλομακεδόνων πολεμιστών. Ο Μουσταφάμπεης όμως κατευθύνθηκε από την Λιβαδειά προς την Αταλάντη με στρατό χιλίων ανδρών (πεζών και ιππέων), αιφνιδιάζοντας τους Έλληνες. Μετά από σφοδρή μάχη, οι Έλληνες υποχώρησαν έχοντας χάσει 42 άντρες στο πεδίο της μάχης.[9]

Στην Αταλάντη βρίσκονταν μπαρουταποθήκες, ζωτικής σημασίας, για τον εφοδιασμό των Τούρκων. Τις φρουρούσαν 200 Οθωμανοί.

Το 1826 η απόπειρα του Γεωργίου Καραϊσκάκη να τις πυρπολήσει απέτυχε. Το επόμενο έτος ο Καραϊσκάκης είχε εγκαταστήσει φρουρά, με άνδρες του, στην Αταλάντη, υπό τον Σπύρο Ξύδη. Άλλη
μία απόπειρα, του Ιωάννη Κωλέττη το 1827, για απόβαση στην Αταλάντη θα αποτύχει.

Η οριστική απελευθέρωση της Αταλάντης ήρθε στις 6 Νοεμβρίου του 1828. Ο Μήτρος Λιακόπουλος (από την Κάτω Μηλιά Πιερίας), επιτίθεται αιφνιδιαστικά και απελευθερώνει την πόλη.

Η Αταλάντη μετά την απελευθέρωση

Αποτύπωμα της σφραγίδας των δωρεών του Κωνσταντίνου Μπέλλιου σε βιβλίο της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος που αρχικά προορίζονταν, ένεκεν τιμής, για την Αταλάντη, όπου θα
εγκαθίσταντο Μακεδόνες συμπατριώτες του που είχαν κατέβει στη απελευθερωμένη Ελλάδα με την επανάσταση. (φωτό)

Στην Αταλάντη το 1831 ιδρύονται Δημοτικό Σχολείο (πρώτος δάσκαλος ο Δ. Μανασίδης από τη Σάμο), Ειρηνοδικείο-Συμβολαιογραφείο, Εφορεία, Ταμείο, Καπνεργοστάσιο, Τελωνείο, Δασονομείο και Ταχυδρομείο.

Το 1833 η πόλη εντάσσεται στο Νομό Λοκρίδας και Φωκίδας με πρώτο Νομάρχη τον Ιωάννη Αμβροσιάδη και έπαρχο τον Αναγνώστη Μόστρα. Συγκροτείται η επισκοπή Λοκρίδας (από τις
επισκοπές Μενδενίτσας και Ταλαντίου), με επίσκοπο τον Αγαθάγγελο Μυριανθούση. Κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους αρχίζουν να εγκαθίστανται μόνιμα στην Αταλάντη οι πρώτοι οικιστές Μακεδόνες, αγωνιστές της επανάστασης του 1821.

Ο Ιερός Ναός Αγίων Θεοδώρων Αταλάντης (φωτό)

Στις 10 Ιανουαρίου 1834 συστήθηκε με Νόμο ο Δήμος Αταλάντης, που περιλαμβάνει εκτός της Αταλάντης, τα χωρία: Σκάλα, Σκεντέραγα (Μεγαπλάτανος), Κυπαρίσσι, Κολάκα, Μπόγδανο, Έξαρχο και Δρούσκο (Δρίσμπεη). Πρώτος Δήμαρχος εξελέγη το 1836 ο Ευστάθιος Σπυρίδωνος.

Το Δεκέμβριο του 1836 φθάνει στην Αταλάντη ο Κωνσταντίνος Δ. Βέλλιος ή Μπέλιος, ευεργέτης των οικιστών Μακεδόνων. Ενώ το 1837 αποφασίζεται με Βασιλικό Διάταγμα σχηματισμός Δήμου στην «Πέλλη» Αταλάντης για τους Μακεδόνες οικιστές και τους παραχωρήθηκε αποκλειστική χρήση του νερού της βρύσης «Παζάρι» από το 1839 και εξής.

Το 1843 ιδρύεται τριτάξιο ελληνικό σχολείο (Σχολαρχείο) και Δημοτικό Σχολείο Θηλέων από το 1857. Το 1855 θεμελιώνεται ο Μητροπολιτικός Ναός των Αγ. Θεοδώρων Αταλάντης ενώ το 1862
περατώθηκε ο Ιερός Ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Το 1860 κατασκευάζονται 7 μεγάλες βρύσες στις γειτονιές της Αταλάντης και της Νέας Πέλλης.

Το 1864 ξεκινάει η ετήσια «εμπορική πανήγυρης» της Αταλάντης από 6 έως 10 Αυγούστου, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Κατασκευάζεται ο αμαξωτός δρόμος μεταξύ Αταλάντης και Σκάλας το 1871. Το 1873 ιδρύεται υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας.

Στην «Επανάσταση του Λιτοχώρου» (ή Επανάσταση του Ολύμπου) το 1878, τίθεται επικεφαλής ο Μακεδόνας -την καταγωγή- Κοσμάς Δουμπιώτης, έχοντας στο πλευρό του αρκετούς εθελοντές
συμπατριώτες του από τη Νέα Πέλλα Αταλάντης.

Το 1885 εγκαθίστανται φανοί πετρελαίου για τον φωτισμό της πόλης και κατασκευάζεται υδραγωγείο για την ύδρευσή της.

Το 1888 γεννιέται στη Νέα Πέλλα ο Νικόλαος Κ. Αβραάμ ο οποίος διατέλεσε μεταξύ άλλων και Υπουργός Δικαιοσύνης και Εμπορικής Ναυτιλίας.

Ο σεισμός του 1894 προκαλεί μεγάλες ζημιές σε όλη την Λοκρίδα. Σκοτώθηκαν 255 άνθρωποι και κατέρρευσαν 3.783 σπίτια.[11] Την εποχή εκείνη βρίσκεται σε ακμή η κατ’ οίκων εκτροφή
μεταξοσκώληκα (σηροτροφία) σε πολλά νοικοκυριά της Αταλάντης.

Το 1895 ιδρύεται ο «Λοκρικός Γυμναστικός Σύλλογος Αταλάντης», ένας από τους πρώτους αθλητικούς συλλόγους της χώρας και επίσης ένας από τους 28 συλλόγους που ίδρυσαν τον Σ.Ε.Α.Γ.Σ. μετέπειτα Σ.Ε.Γ.Α.Σ.

Ο Νικόλαος Δουμπιώτης (γεννημένος το 1866 στην Νέα Πέλλη) λαμβάνει μέρος στο Μακεδονικό Αγώνα (1904-1908), ως αξιωματικός, με το ψευδώνυμο «Καπετάν Αμύντας».

20ος Αιώνας

Το 1912 καταργούνται οι Δήμοι Αταλάντης και Νέας Πέλλης και γίνονται κοινότητες. Το πρώτο επιβατικό αυτοκίνητο έρχεται στην Αταλάντη το 1915.

Τον Μάρτιο του 1913, οι Θρακιώτες Έλληνες κάτοικοι του χωριού Πλαβού αναγκάστηκαν να φύγουν. Οι Πλαβιώτες που δεν αισθάνονταν πλέον ασφαλείς αποφάσισαν και πέρασαν στο Τουρκικό έδαφος παίρνοντας από τα υπάρχοντά τους μόνο ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν στα χέρια και ήρθαν στην Ελλάδα. Μερικοί έμειναν στην Αθήνα και οι άλλοι πήγαν στην περιοχή της Λαμίας. Στο Κωσταλέξι, στο Σταυρό, στην Ροδίτσα Φθιώτιδας και στην Αταλάντη οι περισσότεροι.

Η γρίπη του 1918 έσπειρε το θάνατο στην πόλη. Οι κάτοικοι ζήτησαν τη χάρη των Αγίων Αναργύρων (Κοσμάς και Δαμιανός) και φέρνουν κάθε χρόνο με τα πόδια την θαυματουργή εικόνα τους -από το ομώνυμο Μοναστήρι- στην Αταλάντη στις 12 Νοεμβρίου όπου και παραμένει για μία εβδομάδα περίπου και πάλι πεζοπορώντας την επιστρέφουν στο μοναστήρι. Μεταξύ 1912 και 1922 χάνονται 63 Αταλαντινοί στρατιώτες στους πολέμους (Α’ και Β’ Βαλκανικό, Α’ Παγκόσμιο και Μικρασιατική Εκστρατεία). Μετά την Μικρασιατική καταστροφή του 1922, εγκαθίστανται μόνιμα 218 Μικρασιάτες πρόσφυγες,  στην περιοχή «Συνοικισμός» της πόλης. Το 1931 απαλλοτριωθήκαν για συνοικισμούς 30 στρέμματα στην περιοχή της Αταλάντης από όπου η συγκεκριμένη συνοικία της Αταλάντης έχει πάρει την ονομασία της, Συνοικισμός. Το 1926 ιδρύθηκε η προσφυγική οργάνωση «Προσφυγικός Σύλλογος Αταλάντης και Περιχώρων» με κύριες επιδιώξεις τη διεκδίκηση αποζημιώσεων, την έκδοση προσφυγικών ταυτοτήτων, την εύρεση εργασίας, την ενημέρωση και την αλληλοϋποστήριξη, ενώ το 1975 ιδρύεται ο Προσφυγικός Σύλλογος Συνοικισμού Αταλάντης «Η ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ», με σκοπό τη διάσωση και διάδοση του πολιτισμού των προσφύγων.

Το 1923 ιδρύεται ο Εμπορικός Σύλλογος Αταλάντης και το 1927 ο Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός, η Μανδολινάτα και υποκατάστημα της Τράπεζας Αθηνών, ενώ παράλληλα άρχισε να
λειτουργεί ο πρώτος κυλινδρόμυλος.

Οι ποδοσφαιρικές ομάδες "Αίαντας ο Λοκρός" και "Ολυμπιακός Αταλάντης" (φωτό)

Ιδρύεται το 1928 ο Γυμναστικός Σύλλογος «Αίας ο Λοκρός» (με τμήματα στίβου και ποδοσφαίρου), η Φιλοδασική Ένωση Αταλάντης «η Μέλισσα» (οπότε και ξεκινά η αναδάσωση του βουνού Ρόδα) και επίσης λειτουργεί εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος που συμβάλλει καταλυτικά στην ολοένα αυξανόμενη ηλεκτροδότηση των νοικοκυριών της πόλης.

Γεννιέται στην Άνω Πέλλη Αταλάντης το 1929 ο Βασίλειος Αθ. Κόκκινος ο οποίος μετέπειτα διατέλεσε πρόεδρος του Αρείου Πάγου (1990-1996).

Το 1931 ιδρύεται ο Σύλλογος οικιστών Μακεδόνων Νέας Πέλλης «Μέγας Αλέξανδρος» και ο ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Ολυμπιακός Αταλάντης». Την ίδια χρονιά ο αθλητικός σύλλογος «Αίας ο
Λοκρός» διοργανώνει με επιτυχία παλλοκρικούς αγώνες στίβου στην Αταλάντη. Χτίζεται το κτήριο του Δημοτικού Σχολείου Αρρένων και Θηλέων (μετέπειτα 1ο Δημοτικό Σχολείο
Αταλάντης) το 1932. Το 1933 ιδρύεται ομάδα προσκόπων. Τα αδέλφια Χαρίλαος, Δημοσθένης και Γεώργιος Κωνσταντίνου, από την Αταλάντη ιδρύουν στην Αθήνα την καπνοβιομηχανία Santé.
Ιδρύεται ο Μουσικός Σύλλογος Αταλάντης «Ορφεύς» το 1935, το 1936 ο αθλητικός Σύλλογος «Η Ένωσις», το 1937 υποκατάστημα της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, το 1938 κάνει για πρώτη φορά την εμφάνισή της η Χορωδία Αταλάντης και το 1939 ιδρύεται η Ένωση Γεωργικών Συνεταιρισμών Αταλάντης.

Στις 20 Απριλίου 1941 η γερμανική πολεμική αεροπορία (Luftwaffe) βομβαρδίζει την Αταλάντη προκαλώντας μόνο υλικές ζημίες κυρίως σε κτήρια, ενώ στις 25 Απριλίου 1941 ο γερμανικός στρατός καταλαμβάνει την Αταλάντη. Ιδρύεται ο «Αταλάντειος Λευκός Σταυρός» το 1943, με σκοπό να βοηθήσει -υλικά και ηθικά- όλους όσους είχαν ανάγκη.

Η κηδεία των εκτελεσθέντων Αταλαντινών από τα Ιταλικά στρατεύματα κατοχής - Μάιος 1943 (φωτό)

Στις 23 Μαρτίου 1943 οι Ιταλικές κατοχικές δυνάμεις εγκαταλείπουν την πόλη. Η πιο μαύρη σελίδα όμως της Κατοχής γράφεται στις 29 Μαΐου 1943, όταν οι Ιταλοί οδηγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα εννέα κατοίκους της Αταλάντης. Την θέση των Ιταλών είχαν πάρει οι Γερμανοί, οι οποίοι αποχώρησαν από την Αταλάντη τον Οκτώβρη του 1944. Από το 1945 (μέχρι και το 1987) εγκαθίστανται μόνιμα στην Αταλάντη περίπου 160 οικογένειες Ευρυτάνων. Από το 1944 άρχισαν να εγκαταλείπουν την ιδιαίτερη πατρίδα τους εξαιτίας του ιδιόμορφου εδάφους και της αδυναμίας του ελληνικού κράτους να τους στηρίξει και κινήθηκαν προς τις γύρω εύφορες πεδιάδες όπως αυτή της Αταλάντης, και τα αστικά κέντρα για καλύτερη ζωή. Επίσης ο σεισμός στη Βράχα Ευρυτανίας μεγέθους 6,2 κλίμακας ρίχτερ στις 5.2.1966 έγινε η αίτια μετεγκατάστασης ευρυτάνων και πάλι στην Αταλάντη.[12]

Στη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949), αρκετοί -κυρίως νέοι σε ηλικία-βρέθηκαν στα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, του Εθνικού Στρατού και του Δημοκρατικού Στρατού
της Ελλάδας (ΔΣΕ), πολλές φορές μάλιστα όντας μέλη της ίδιας οικογένειας. Σκοτώθηκαν οκτώ Αταλαντινοί στρατιώτες του Εθνικού Στρατού, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των νεκρών
Αταλαντινών μαχητών του ΔΣΕ. Στην δεκαετία του 1950, διεξάγονται δημοτικές εκλογές έπειτα από 16 χρόνια (το 1951), εγκαθίσταται δίκτυο υδροδότησης (1953), εγκρίθηκε το -ισχύον μέχρι σήμερα- σχέδιο πόλεως της Αταλάντης (1954) και καθιερώνεται η αργία της Κυριακής από τον Εμπορικό Σύλλογο (1957).

Την επόμενη δεκαετία ιδρύονται: το 1ο Νηπιαγωγείο (1963), η Δημοτική Βιβλιοθήκη Αταλάντης (1965), υποκατάστημα της Εμπορικής Τράπεζας και ο Μορφωτικός, Πολιτιστικός και Ψυχαγωγικός Σύλλογος «Πρόοδος» (1966). Από την συγχώνευση των δύο ποδοσφαιρικών συλλόγων της πόλης (Αίαντα και Ολυμπιακού) δημιουργείται ο Αθλητικός και Ποδοσφαιρικός Όμιλος «Η ΑΤΑΛΑΝΤΗ» το 1968. Η Δικτατορία των Συνταγματαρχών (1967-1974) παύει τα Διοικητικά Συμβούλια του Δήμου, του Συνεταιρισμού και των Σωματείων. Την περίοδο αυτή χτίζεται το Μέγαρο του Δήμου, το Γυμνάσιο και Λύκειο, ο Παιδικός Σταθμός και το «Εθνικό Στάδιο» Αταλάντης.

Το Δημαρχιακό Μέγαρο (φωτό)

Έπεσε ηρωικά στην Κύπρο, κατά την εισβολή των Τούρκων (20-21 Ιουλίου 1974), ο στρατιώτης (καταδρομέας) Λιγδής Λ. Χρήστος. Το 1976 χτίζεται το «Κωνσταντίνειο Πνευματικό Κέντρο Αταλάντης», το 1979 ιδρύεται και λειτουργεί το Τεχνικό επαγγελματικό Λύκειο. Το 1980 ιδρύθηκε ο «Λοκρός Αθλητικός Ορειβατικός Σύνδεσμος», ο οποίος το 1992 μετονομάστηκε σε
Αθλητικός Σύλλογος «Λοκρός», δημιουργώντας τμήματα σε περισσότερα αθλήματα.

Το κλειστό γυμναστήριο Αταλάντης (φωτό)

 Το 1982 ιδρύεται ο Ναυτικός Όμιλος Αταλάντης, το 1985 Δημοτικό Ωδείο, το 1988 η Δημοτική ιχθυοτροφική εκμετάλλευση στον κόλπο της Αταλάντης, το 1989 χτίζεται το κλειστό γυμναστήριο της πόλης (1.100 θέσεων) και η «Εταιρεία Ιστορικών και Λαογραφικών Ερευνών Αταλάντης». Το 1992 ιδρύεται ο Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Σύλλογος «Αταλάντη 92» και λειτουργεί για πρώτη
φορά ραδιοφωνικός σταθμός στην πόλη. Από το 1993 και έπειτα αρχίζουν να εγκαθίστανται στην πόλη -άλλοι μόνιμα και άλλοι προσωρινά- οικονομικοί μετανάστες κυρίως από τις Βαλκανικές χώρες (Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία), την Κ. Ευρώπη (Πολωνία) και την Ασία (Πακιστάν, Ινδία, Κίνα) κ.α. Το 1998 εγκαινιάστηκε το Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης και άρχισε να λειτουργεί το Αιάντειο ανοικτό Δημοτικό Θέατρο. Το 2011 ο Δήμος Αταλάντης, συνενώνεται με τους Δήμους Μαλεσίνας, Οπουντίων και Δαφνουσίων και σχηματίζουν το Δήμο Λοκρών, βάσει του «σχεδίου Καλλικράτης, με έδρα την Αταλάντη.

Αρχαιολογικά Ευρήματα

Σε οικόπεδα μέσα στον πολεοδομικό ιστό της Αταλάντης, έχουν κατά καιρούς ανασκαφεί αρχαία ευρήματα. Ανάμεσα στα όστρακα που βρέθηκαν εμφανίζονται και κάποια αγγείων Mυκηναϊκής
εποχής. Οικοδομήματα αυτής της εποχής δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί, καθώς η συνεχής κατοίκηση της πόλης και οι διαδοχικές οικοδομικές φάσεις έχουν καταστρέψει πολλά από αυτά και έχουν διαταράξει τη στρωματογραφία της περιοχής. Τα ευρήματα της Mεσσοελλαδικής εποχής προέρχονται κατά κύριο λόγο από επιφανειακές περισυλλογές και στο μεγαλύτερο μέρος τους είναι όστρακα χαρακτηριστικά για την εποχή.

Από την Υπομυκηναϊκή περίοδο τα ευρήματα προέρχονται στο μεγαλύτερο μέρος τους από θαλαμωτούς τάφους. Μάλιστα, η διάνοιξη ενός τέτοιου τάφου έφερε στο φώς εύρημα χάλκινης
περόνης που η παρουσία της δηλώνει ότι ο νεκρός είχε ταφεί ντυμένος. Η περόνη αυτή τυπολογικά ανήκει στις πρωιμότερες του είδους, και είναι το πρώτο δείγμα χρήσης αυτού του εξαρτήματος
ενδυμασίας στη Λοκρίδα.

Τα νεκροταφεία της Κλασσικής περιόδου, αλλά και της Ελληνιστικής, αναπτύσσονται στην ίδια θέση με τα αρχαϊκά και μερικές φορές οι τάφοι της μιας εποχής κατασκευάζονται δίπλα ή και ανάμεσα στους τάφους της προγενέστερης Εκτός όμως από τα νεκροταφεία αυτά, κατά την Κλασσική εποχή αναπτύσσονται και νέα, σε άλλες θέσεις ,όπως αποδεικνύουν οι ανασκαφές σε νεκροταφείο του 4ου αιώνα π.Χ στην Αταλάντη στη θέση Σπαρτιά.

Ειδώλια στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Αταλάντης (Φωτό)

Αριθμητικά πάντως οι τάφοι των κλασικών χρόνων και κυρίως εκείνοι του 4ου αι. π.Χ. είναι πολυπληθέστεροι των αρχαϊκών. Κύριο εύρημα από τους τάφους είναι τα πάσης φύσεως αγγεία πόσης και μεταφοράς υγρών, κατά κανόνα κρασιού, κυρίως κάνθαροι. Ακολουθούν οι σκύφοι, οι κυλικόσχημοι σκύφοι και οι κοτύλες. Προσφέρονταν συχνά στους νεκρούς σε μεγάλους αριθμούς.
Μία ενδιαφέρουσα κατηγορία κανθάρων, πολύ συχνή στη Λοκρίδα, είναι οι υψίποδες κάνθαροι με διάκοσμο φυτικών κοσμημάτων με επίθετο λευκό χρώμα σε μεγάλη ποικιλία. Μεταξύ των  ευρημάτων συγκαταλέγονται κάποια σπάνια δείγματα κανθάρων, όπως ένας που φέρει στο χείλος του, σύνθεση πολύχρωμη με ρόδια και ένας άλλος με παράσταση καθήμενου κιθαρωδού στη μια όψη και ανδρική μορφή στηριζόμενη σε βακτηρία στην άλλη.

Από την Ελληνιστική περίοδο έχουν βρεθεί λείψανα υδατοδεξαμενών, αγωγών ύδρευσης και αποχέτευσης. Λόγω των καταστροφών που είχε υποστεί η περιοχή, κανένα μνημειώδες έργο
αρχιτεκτονικής δεν έχει έρθει στο φως μέχρι στιγμής. Αξιοσημείωτο στοιχείο είναι πως ακόμη και από μικρότερης σημασίας οικοδομήματα λίγα έχουν διατηρηθεί. Ενδεικτικά μεγάλος θεωρείται ο αριθμός κεραμικών κλιβάνων και εργαστηρίων που έχουν βρεθεί στην ευρύτερη περιοχή. Συλλέχθηκαν πλήθος από αγγεία, ειδώλια, υφαντικά βάρη κουβαρίστρες, πλακάκια δαπέδων, κεραμίδες στέγης κλπ. Ο χαρακτήρας αυτών των εργαστηρίων, ήταν περισσότερο βιοτεχνικός παρά καλλιτεχνικός, δεν λείπουν πάντως κάποιες ενδιαφέρουσες και συχνά συγκινητικές απόπειρες διαφοροποίησης τους μέσω διακοσμητικών προσπαθειών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν τα υφαντικά βάρη όπου καταγράφεται μία αξιόλογη ποικιλία διακοσμητικών θεμάτων.

Κατά τη Ρωμαϊκή εποχή, η καταστροφή της υπαίθρου (εισβολή του Σύλλα στη Λοκρίδα, 87/86 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα τη λεηλασία των μικρών πόλεων και κατ’ επέκταση την κορύφωση της
αστικοποίησης των μεγάλων, όπως ο Οπούς. Τότε, εμφανίζονται μεγάλες ιδιοκτησίες όπου οικοδομούνται αγροικίες με τη μορφή επαύλεων,(villa rustica). Πρόκειται για οικοδομήματα με
περίστυλη αυλή ή αίθριο γύρω από τον οποίο διατάσσονται οι χώροι διαβίωσης και κατοικίας. Τέτοια οικοδομήματα έχουν έλθει στο φως κυρίως στην πεδιάδα της Αταλάντης. Έχουν αποκαλυφθεί και μερικά οικοδομήματα δημόσιου χαρακτήρα, όπως τμήμα υδραγωγείου και δύο λουτρά, σε διάφορα σημεία της πόλης. Αναφορικά με τη ρωμαϊκή αρχιτεκτονική στη Λοκρίδα δείγματα έχουμε ως τώρα μόνον στην Αταλάντη και πρόκειται κυρίως για ιδιωτικές κατοικίες. Επειδή όλες έχουν βρεθεί με αφορμή εκσκαφές για ανοικοδόμηση σε οικόπεδα μέσα στον πολεοδομικό ιστό της σύγχρονης πόλης, σε καμία από αυτές δεν έχει αποκαλυφθεί η πλήρης κάτοψη. Διέθεταν χώρους υγιεινής και σύστημα ύδρευσης και αποχέτευσης, είχαν συχνά δάπεδα με ψηφιδωτά, μαρμάρινα κατώφλια και στους τοίχους ορθομαρμαρώσεις ή χρωματιστά κονιάματα.

Στην αρχιτεκτονική υιοθετούν τον ιωνικό και τον κορινθιακό ρυθμό. Στη γλυπτική αντιγράφουν ελληνικούς τύπους. Τα δείγματα γλυπτικής είναι λίγα, πρόκειται για έναν ελλιπή μαρμάρινο ανδριάντα Ρωμαίου στρατηγού ή αυτοκράτορα που βρέθηκε στα μπάζα οικοπέδου στην Αταλάντη. 

Αρκετά δείγματα μωσαϊκών δαπέδων έχουν βρεθεί στην Αταλάντη. Προέρχονται από οικίες χρονολογούμενες στον 1ο αιώνα π.Χ. και 1ο αιώνα μ.Χ. και διακοσμούνται με γεωμετρικά χρωματιστά
θέματα ή θέματα από τη φύση.

Λαογραφία - Ήθη - Έθιμα - Παραδόσεις

Παραμονές των Χριστουγέννων παραδοσιακά οι γυναίκες ετοίμαζαν το Κιτς – Κετς (σκεύασμα από σιτάρι και λίπος ζώου που σημαίνει είτε «έτσι κ’ έτσι» είτε «φύγε-πέρνα») και το προσέφεραν σε συγγενείς και φίλους.

Σιγκούνι - Παραδοσιακό γυναικείο ένδυμα (φωτό)

Την ημέρα των Χριστουγέννων η παράδοση πρόσταζε την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας και κατόπιν αυτής τα πρώτα τσιμπολογήματα και με Κιτς – Κετς. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας γιορτινό τραπέζι στρωνόταν και όλη οικογένεια έτρωγε μαζί. Την Πρωτοχρονιά κάθε νοικοκυρά έφερνε φρέσκο νερό από τη βρύση της γειτονιάς, ένα ρόδι, μία πέτρα και λίγη άμμο και στη θέση τους άφηνε γλυκίσματα. Γυρνώντας στο σπίτι έσπαζε το ρόδι με την πέτρα και το ανακάτευε με το χώμα και το σκορπούσε στο σπίτι για υγεία και καλοτυχία. Τα κάλαντα είχαν την τιμητική τους τις γιορτινές αυτές μέρες με εκείνα της Παραμονής των Φώτων να ξεχωρίζουν καθότι τα τραγουδούσαν παρέες μεγαλύτερων αντρών σε μαντριά και σπίτια φίλων και συγγενών.

Το πιο γνωστό κάλαντο ήταν αυτό του «Ντόγκαλη» που αναφερόταν εγκωμιαστικά στον αρχηγό κάθε οικογένειας και την οικογένεια του. Αποκριά Το βράδυ της τελευταίας Κυριακής της Αποκριάς εθιμοτυπικά σε κάθε σπίτι γίνονταν οικογενειακό γιορτινό τραπέζι με πλούσιο φαγητό και αποκριάτικα τραγούδια. Πολλοί τηρούσαν και το έθιμο του μασκαρέματος και ντύνονταν κάνοντας επισκέψεις σε φιλικά σπίτια. Ένα ακόμη έθιμο (που αναβίωσε μάλιστα τα τελευταία χρόνια) ήταν το γαϊτανάκι όπου μασκαρεμένοι νέοι τραγουδούν αποκριάτικα τραγούδια όπως: «Καλώς την τη Σαρακοστή», «Στης ακρίβειας τον καιρό», «Λεμονάκι μυρωδάτο» κ.ά.

Την Καθαρά Δευτέρα οι νοικοκυρές ζύμωναν το λειψό (άζυμο βάσει θρησκείας) ψωμί και όλες μαζί το έψηναν με ευχές στο φούρνο της γειτονιάς. Σήμερα με χαμηλότερο τόνο και ύφος αυτό που γίνεται είναι η παρέλαση του Καρναβαλιού ενώ η Σαρακοστή ξεκινά στην παραλία των Παλαιομαγαζιών ή της Σκάλας με τα γνωστά σαρακοστιανά εδέσματα να προσφέρονται δωρεάν.

Λαμπρή

Νωρίς το πρωί του Σαββάτου του Λαζάρου νεαρές κοπέλες με ανθοστόλιστα καλάθια τραγουδούσαν το τραγούδι του Λαζάρου στη περιοχή. Καθόλη τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδας οι νοικοκυρές προετοίμαζαν το σπίτι τους για τη μεγάλη γιορτή που ερχόταν ενώ όλοι τηρούσαν ευλαβικά τη νηστεία. Τη Μ. Πέμπτη ένα κόκκινο πανί απλωνόταν στην αυλή και με πολλή προσοχή έβαφαν τα κόκκινα αυγά. Το πρωί της Κυριακής λίγες ώρες μετά την Ανάσταση, άναβαν στις αυλές ή στις γειτονιές τη θράκα (φλόγα από κλήματα) και ξεκινούσε το πασχαλιάτικο γλέντι.

Αρραβώνας και Γάμος

Παραδοσιακή γαμήλια πομπή στην Αταλάντη(φωτό)

Ο αρραβώνας συμφωνούνταν με το δόσιμο των χεριών και με μερικές μπαταριές (πιστολιές στον αέρα) όποτε και ο κόσμος πληροφορούνταν το χαρμόσυνο γεγονός. Πλούσιο γλέντι και αλλαγή
δακτυλιδιών επιστέγαζε την προφορική συμφωνία. Την περίοδο του αρραβώνα ως το γάμο το ζευγάρι αντάλλασσε συμβολικά δώρα (πχ μια λευκή λαμπάδα στη νύφη το Πάσχα, φορέματα κλπ.) Οι παραμονές του γάμου σήμαιναν προετοιμασία και επίδειξη της προίκας. Οι ήμερες του γάμου (παραμονή και ανήμερα) είχαν κλασσικό φαγοπότι με συγγενείς και φίλους.

Βεγγέρα

Γραφικό έθιμο των γυναικών της Αταλάντης που είχε να κάνει με τη συγκέντρωση τους στο κεντρικό σημείο κάθε γειτονιάς και την ενημέρωση τους για τα σπουδαία ή όχι γεγονότα της πόλης. Σε
πεζούλια, πέτρες ή σκαμνάκια τις καλοκαιρινές βραδιές με φεγγάρι οι γυναίκες κάθε γειτονιάς μαζεύονταν και συζητούσαν τα νέα. Και αν σήμερα ηχεί παράξενο σαν γεγονός οφείλουμε να λάβουμε υπόψη την εποχή που πραγματοποιούνταν οι βεγγέρες και να δείξουμε την ανάλογη κατανόηση σε γυναίκες που δεν είχαν άλλο τρόπο διεξόδου για μια κοινωνική ζωή.

Τα Ριγανά

Κατά το μήνα Ιούνιο πραγματοποιείται ο θερισμός μεταξύ άλλων και της ρίγανης. Στην Αταλάντη γιορτάζεται εθιμοτυπικά στις 24 Ιουνίου. Την παραμονή της ημέρας αυτής στις γειτονιές ανάβουν φωτιές από ξύλα, κλαριά και άχυρα και οι άνθρωποι πηδούν πάνω από αυτές σταυρωτά τρεις φορές. Στη φωτιά ρίχνονται ακόμη και τα μαγιάτικα στεφάνια που συντηρούνται μέχρι τότε.

Τουρισμός – Αξιοθέατα – Πολιτιστικά Δρώμενα

Αξιοθέατα

Η κατακόμβη του Αγίου Αθανασίου ή "Χαμαϊθανάσης" (φωτό)

Η κατακόμβη του Αγίου Αθανασίου, στο κέντρο της κωμόπολης, είναι μία ρωμαϊκή κρύπτη. Λέγεται ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ήταν κρυφό σχολείο. Στο βάθος της κατακόμβης
υπάρχει η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου.

Το εκκλησάκι του Οσίου Σεραφείμ, μέσα στο δάσος που βρίσκεται πάνω από την Αταλάντη.

Αρχαιολογικά ευρήματα στο αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης (φωτό)

Το μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων, κτίσμα του 17ου αιώνα, στον επαρχιακό δρόμο Αταλάντης-Κυρτώνης.

Η Ιερά Μονή Αγίων Αναργύρων στην Αταλάντη (στο δρόμο προς Κυρτώνη) (φωτό)

Το ξωκλήσι του Άι-Γιάννη στα Ρόδα, χτισμένο σε κατάφυτη τοποθεσία στην Κορυφή των Ρόδων.

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης. Το αρχαιολογικό μουσείο εγκαινιάστηκε το καλοκαίρι του 1998 από το Δήμο Ατάλαντης και την ΙΔ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων με δαπάνες του Δήμου, του Υπουργείου Πολιτισμού και ορισμένων άλλων χορηγών. Φιλοξενεί τις συλλογές του σ' ένα μικρό σχετικά κτήριο αλλά σημαντικό καθώς είναι ένα νεοκλασικό διατηρητέο κτήριο οπού στεγαζόταν το παλιό γυμνάσιο της περιοχής. Τα εκθέματα προέρχονται από την ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας, χωρίζονται σε χρονολογικές και θεματικές ενότητες και καλύπτουν την προϊστορική, ιστορική περίοδο μέχρι και τα ρωμαϊκά χρονιά. Ο επισκέπτης στις 3 αίθουσες που διαθέτει το μουσείο και στο προαύλιο χώρο του μπορεί να δει επιτύμβιες στήλες, αγγεία καθημερινής χρήσης, εργαλεία, κοσμήματα, ειδώλια κ.α.

Σε μόλις 6 χλμ από την Αταλάντη και δίπλα στη θάλασσα βρίσκεται το επίνειο της η Σκάλα Αταλάντης, με πολλές ψαροταβέρνες, καφέ και μπαρ. Στη Σκάλα βρίσκεται μια από τις μεγαλύτερες και ομορφότερες αμμώδης παραλίες στη Λοκρίδα. Είναι η κεντρική παραλία της Ατάλαντης και απέχει 6 χλμ. από τη πόλη. Η παραλία είναι σχετικά μεγάλη σε μήκος και πλάτος και πλήρως οργανωμένη. Επίσης κατά μήκος της παραλίας υπάρχουν παιδικές χαρές καθώς και γήπεδο για beach volley και τένις. Διαθέτει ακόμα και θαλασσιά σπορ. Η παραλία είναι γεμάτη από ταβέρνες. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η Σκάλα έχει λιμενικό καταφύγιο και υπηρεσία Λιμεναρχείου. Στη περιοχή υπάρχουν οι εκκλησιές της Ανάληψης και της Παναγίας. Η θάλασσα της Σκάλας από τη δεκαετία του 1980 έως και σήμερα παίρνει τη γαλάζια σημαία.

Η Λιμνοθάλασσα Αταλάντης βρίσκεται στο νότιο τμήμα του κόλπου Αταλάντης. Αποτελεί μια παράκτια αβαθή λιμνοθάλασσα η οποία διαχωρίζεται από την θάλασσα με μία διαχωριστική
λωρίδα γης και επικοινωνεί με αυτή μέσω ενός ανοίγματος.

1200μ. από τη παραλία της Σκάλας στο νησάκι που ονομάζεται Αταλαντονήσι, λειτουργεί Ελεγχόμενη Κυνηγετική Περιοχή (Ε.Κ.Π.) 1850 στρεμμάτων, κατά την περίοδο Οκτωβρίου -
Δεκεμβρίου, όπου μπορεί κανείς να κυνηγήσει γνήσιο κρητικό αίγαγρο, Φασιανό, πέρδικα τσουκάρ κ.α.[16]

Πολιτιστικές εκδηλώσεις

Καρναβάλι

Το έθιμο αυτό έρχεται στην περιοχή περίπου στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Με το που “ανοίγει” το Τριώδιο ξεκινάνε αποκριάτικοι χοροί από τους Συλλόγους της πόλης για μικρούς και μεγάλους. Παλαιότερα συνηθιζόταν να μασκαρεύονται και να κάνουν επισκέψεις σε σπίτια γνωστών και να παίζουν το κλασσικό παιχνίδι «μάντεψε ποιος είμαι». Η παρέλαση αποτελείται από πεζοπόρες ομάδες και από άρματα που σατιρίζουν επίκαιρα θέματα. Συμμετέχουν σχολεία, σύλλογοι και πολλοί εθελοντές. Η γιορτή λαμβάνει χώρα στον κεντρικό δρόμο της πόλης και μόλις περάσουν όλοι συγκεντρώνονται στη κεντρική πλατεία και γίνεται το παραδοσιακό κάψιμο του καρνάβαλου. Πριν τη καύση του καρνάβαλου γίνεται ο χορός γύρω από το γαϊτανάκι.

Η επόμενη μέρα του καρναβαλιού, η Καθαρά Δευτέρα δηλαδή, βρίσκει όλη την πόλη στη παραλία της Σκάλας. Εκεί γιορτάζονται τα γνωστά μας κούλουμα. Ο Δήμος της Αταλάντης έχει καθιερώσει κάθε χρόνο και προσφέρει στους επισκέπτες παραδοσιακή φασολάδα, σαρακοστιανά φαγητά, χαλβά και κρασί δωρεάν. Μικροί και μεγάλοι προσπαθούν να πετάξουν όσο πιο ψηλά μπορούν το χαρταετό τους.

Γιορτή κρασιού

Αρχές φθινοπώρου, μετά το τρύγο ξεκινάει η παραδοσιακή «γιορτή του κρασιού». Είναι άλλη μια γιορτή που δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά έχει καθιερωθεί από το 1996 με πρωτοβουλία του Δήμου Αταλάντης. Η περιοχή έχει παράδοση στη παραγωγή κρασιού και μάλιστα δυο σημεία της πεδιάδας ονομάζονται Κάτω και Πάνω αμπέλια. Το γλέντι γίνεται στη κεντρική πλατεία της πόλης. Η παραδοσιακή μουσική κυριαρχεί και οι επισκέπτες τρώνε παραδοσιακά φαγητά που τα προσφέρουν οι σύλλογοι της περιοχής και πίνουν κρασί δωρεάν. Το άφθονο κρασί το προσφέρουν τοπικοί οινοπαραγωγοί.

Γιορτή σαρδέλας

Κάθε Ιούλιο γιορτάζεται η παραδοσιακή γιορτή της σαρδέλας. Δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά κάπου στα μέσα του μήνα. Η γιορτή αυτή λαμβάνει μέρος στη Σκάλα Αταλάντης. Με τη
συνεργασία του Δήμου Αταλάντης και των συλλόγων Σκάλας γίνεται ένα μεγάλο γλέντι όπου παρέχεται στους επισκέπτες δωρεάν σαρδέλες, κρασί, σαλάτες και ψωμί. Η γιορτή συνοδεύεται από 
παραδοσιακά συγκροτήματα και διασκεδάζουν όλοι με μουσικές και χορούς της περιοχής.

Χορωδιακό Φεστιβάλ Αταλάντης

Το Χορωδιακό Φεστιβάλ Αταλάντης ξεκίνησε το 1981 και συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Μέχρι το 1996 γινόταν στην κεντρική πλατεία της πόλης, αλλά από το 1997 και μέχρι σήμερα το φεστιβάλ
διοργανώνεται στο Αιάντειο Δημοτικό Θέατρο της Αταλάντης. Δεν έχει συγκεκριμένη ημερομηνία αλλά διεξάγεται πάντα μέσα στον Ιούνιο. Στο χορωδιακό φεστιβάλ λαμβάνουν μέρος, εκτός από τις τοπικές χορωδίες «Αρμονία», «Πρόοδος» και «Χορωδία Αταλάντης», χορωδίες από όλη την Ελλάδα και ενίοτε από το εξωτερικό.

Εμποροπανήγυρη

Στις 6 Αυγούστου, στη γιορτή της μεταμορφώσεως του Σωτήρος, κάθε χρόνο και για έξι μέρες ξεκινάει ένας θεσμός, η εμποροπανήγυρις της Αταλάντης ή αλλιώς το «Παζάρι». Αυτός ο θεσμός ξεκίνησε από τον 18ο αιώνα αρχικά ως ζωοπανήγυρης και συγχρόνως με την εξέλιξη της κοινωνίας έγινε εμποροπανήγυρις. Στο κέντρο της πόλης της Αταλάντης στήνονται πάγκοι και συγκεντρώνονται έμποροι από διάφορες περιοχές της χώρας και πουλούν τα εμπορεύματα τους. Επίσης διοργανώνονται βραδιές με παραδοσιακά όργανα στην πλατεία της πόλης, σε μαγαζιά ή σε αίθουσες όπου μπορεί κανείς να φάει και να πιει.

Θρησκευτική παράδοση

Οι ναοί της Αταλάντης

Οι Άγιοι Θεόδωροι (φωτό)

Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος (φωτό)

Η Κοίμηση της Θεοτόκου (φωτό)

Η Αγία Σοφία (φωτό)

Η Αγία Τριάδα (φωτό)

Η Σύναξις των Ασωμάτων (εκκλησία των Ταξιαρχών) (φωτό)

Η Αγία Παρασκευή (φωτό)

Ο Άγιος Φανούριος (φωτό)

Η Σκάλα Αταλάντης

Η Σκάλα Αταλάντης είναι χωριό του Δήμου Λοκρών της Περιφέρειας Στερεάς Ελλάδας (Σχέδιο Καλλικράτης). Βρίσκεται 144 χλμ. βόρεια της Αθήνας. Είναι παραθαλάσσιος οικισμός και επίνειο της ομώνυμης κωμόπολης της Φθιώτιδας, από την οποία απέχει 6 χλμ. Απέναντι από την παραλία της Σκάλας βρίσκονται το Αταλαντονήσι και το μικρό νησάκι του Αϊ Νικόλα.

Από το 1999 έως το 2010 σύμφωνα με την τότε διοικητική διαίρεση της Ελλάδας αποτελούσε χωριό του Δήμου Αταλάντης του Νομού Φθιώτιδας. Ο πληθυσμός της είναι 178 κάτοικοι σύμφωνα με την απογραφή του 2011.

Ιστορία

Η Σκάλα Αταλάντης -λιμάνι του Ταλαντίου (λατινικά: La Calandri)- μνημονεύεται στα χρόνια της Φραγκοκρατίας (1204-1458) ως ένα από τα σημαντικότερα λιμάνια του Δουκάτου των Αθηνών, το οποίο διατήρησε τη σπουδαιότητα του και κατά τους χρόνους της Τουρκοκρατίας. Η σπουδαιότητα του έγκειτο στο γεγονός ότι αποτελούσε σημείο απ’ όπου ξεκινούσε η τροφοδοσία όχι μόνο της Αταλάντης, αλλά και της ευρύτερης περιοχής μέχρι και την Λιβαδειά και τα Σάλωνα (Άμφισσα). Άλλωστε, η έλλειψη ισθμού στην Κόρινθο, καθιστούσε αναγκαία την ύπαρξη λιμανιών στα παράλια της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου.

Το λιμάνι της Σκάλας το 1945, με φόντο το Αταλαντονήσι (φωτό)

Συγκεκριμένα στη θέση Κάβο-Λένα (που σήμερα ονομάζεται Παλιομαγαζιά), βρίσκονταν αλυκές, στις οποίες εκτός από όρυξη άλατος, γινόταν και εμπόριο (εξόν και η ονομασία Παλιομαγαζιά).

Χρονολόγιο

Το 1826 (5 Νοεμβρίου) στη Σκάλα έφτασαν με πλοία 1500 Θεσσαλομακεδόνες, που είχαν συγκεντρωθεί και οργανωθεί από τον Ιωάννη Κωλλέτη, με επικεφαλής τους Αγγελή Γάτσο και Καρατάσο και τον Γάλλο Φιλέλληνα Βουτιέ (Olivier Voutier), με σκοπό να αποβιβαστούν και να απελευθερώσουν την Αταλάντη. Η αρνητική έκβαση της μάχης και οι διενέξεις μεταξύ Γάτσου 
και Καρατάσου τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν και να επιστρέψουν από τη Σκάλα στις Σποράδες, από είχε ξεκινήσει η εκστρατεία τους.

Στήλη οικιστών Μακεδόνων στην Σκάλα Αταλάντης (Κάτω Πέλλη) (φωτό)

Το 1833 εγκαθίστανται στην Σκάλα οι πρώτοι οικιστές Μακεδόνες. Ο οικισμός που εγκαταστάθηκαν ονομάστηκε Κάτω Πέλλη. Το 1836 ο οικισμός εντάσσεται στο Δήμο Αταλάντης.

Το 1839 χτίστηκε στη Σκάλα υδραγωγείο για να καλύψει τις ανάγκες των κατοίκων της.

Το 1846 χτίζεται ο Ιερός Ναός «Εισόδεια της Θεοτόκου».

Το 1848, με Βασιλικό Διάταγμα, σχηματίζεται ο «Δήμος Νέας Πέλλης» με έδρα την Κάτω Πέλλη (Σκάλα). Το 1849 θα εκλεγεί Δήμαρχος του νεοσύστατου Δήμου ο αγωνιστής του 1821 Αθανάσιος Ν. Χαλκιώτης.

Το 1892 η Σκάλα είχε 202 κατοίκους και λειτουργούσε «Γραμματοσχολείο».

Στον μεγάλο σεισμό του 1894 κατέρευσαν 25 σπίτια, μέρος της προβλήτας βυθίστηκε και 4 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Μετά το σεισμό χτίζεται στη Σκάλα η εκκλησία της Αναλήψεως.

Το 1912 καταργείται ο Δήμος Νέας Πέλλης και γίνεται Κοινότητα. Μέχρι το 1900, οπότε και πέρασε η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή για Λάρισα, η Σκάλα παρέμεινε σημαντικό λιμάνι του
Ευβοϊκού κόλπου, για το εσωτερικό και εξωτερικό εμπόριο της Λοκρίδας. Μέχρι και το 1930 διατηρούσε κάποια αξιόλογη κίνηση, η οποία άρχισε να φθίνει, λόγω της ολοένα αυξανόμενης χρήσης του αυτοκινήτου.

Το 1952 έμεναν εκεί μόνο δύο οικογένειες.[2]

Από το 2010, όπως προβλέπεται από το σχέδιο Καλλικράτης, η Σκάλα εντάχθηκε στο νέο διευρυμένο Δήμο Λοκρών.

Πολιτιστικά

Ο Εξωραϊστικός Σύλλογος Σκάλας Αταλάντης και ο Ναυτικός Όμιλος Αταλάντης εδρεύουν εδώ και με τις πολιτιστικές δράσεις που αναλαμβάνουν δίνουν πνοή στη περιοχή ειδικότερα κατά τους
καλοκαιρινούς μήνες.

 

Ο Έξαρχος είναι χωριό του Νομού Φθιώτιδας. Βρίσκεται κτισμένο σε υψόμετρο 300 μ. και σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 699 κατοίκους οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι γεωργοί,
ασχολούμενοι κυρίως με την καλλιέργεια δημητριακών και βαμβακιού. Άποψη του χωριού από το εξωκκλήσι των Αγίων Ταξιάρχων (φωτό) Ο οικισμός απέχει 18 χλμ από την Αταλάντη. Με την εφαρμογή του Νόμου συνένωσης Δήμων και Κοινοτήτων "Καποδίστριας" (2539/97) απετέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αταλάντης. Aπό την 1η Ιανουαρίου του 2011 υπάγεται διοικητικά, ως Τοπική Κοινότητα, στο Δήμο Λοκρών. Έχει εξελιχθεί σ' ένα σύγχρονο χωριό, χτισμένο στις παρυφές του όρους Χλωμό. Έχει δημοτικό σχολείο, νηπιαγωγείο, ταχυδρομείο, αγροτικό συνεταιρισμό, αθλητικούς συλλόγους (Ολυμπιακός Εξάρχου), γήπεδα, αγροτικό ιατρείο και Κ.Α.Π.Η.

Βρίσκεται σε απόσταση 18 χλμ νοτιοδυτικά της Αταλάντης. Ο δρόμος που συνδέει τον Έξαρχο με την Αταλάντη είναι ο πρωτεύον επαρχιακός δρόμος προς Καλαπόδι, με τη διαφορά ότι λίγο πριν από το Καλαπόδι υπάρχει διακλάδωση προς νότο που καταλήγει στον Έξαρχο. Το χωριό βρίσκεται σε οροπέδιο ύψους 360 περίπου μέτρων και περιβάλλεται από το όρος Χλωμό προς βορρά και από τις κορυφές Κάστρο δυτικά (431 μ), Μακρυορράχη νότια (507 μ) και Μισοβούνι ανατολικά (512 μ). Ο Έξαρχος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ημιορεινός οικισμός. Το ανάγλυφο του εδάφους έχει προσδώσει στον οικισμό ακανόνιστο σχήμα που ακολουθεί το ανάγλυφο. Το κέντρο του οικισμού αποτελείται από μία πλατεία σε επίπεδα όπου βλέπει κανείς και την μεγάλη εκκλησία του χωριού.

Η ευρύτερη περιοχή του χωριού αποτελείται κυρίως από γεωργικές εκτάσεις. Ένα ρέμα διασχίζει το χωριό από βορειοανατολικά προς νοτιοδυτικά. Μορφολογικά, οι κατοικίες είναι χαρακτηριστικές των περισσότερων ορεινών ελληνικών χωριών. Με εξαίρεση μερικά λιθόκτιστα σπίτια με αυθεντικά κατασκευαστικά στοιχεία, αποτελούν ομοιογενές παραδοσιακό σύνολο.
Στον Έξαρχο υπάρχει αγροτικός ιατρός που επισκέπτεται μία φορά την εβδομάδα το χωριό. Διαθέτει επίσης τράπεζα αίματος με τακτικές αιμοληψίες από ειδικές κινητές ιατρικές μονάδες. Τα περισσότερα καταστήματα του Εξάρχου βρίσκονται στην κεντρική πλατεία και στους δρόμους που καταλήγουν σ’αυτή. Είναι κυνηγότοπος πέρδικας, λαγού, μπεκάτσας, φάσσας στα ορεινά και αναγνωρισμένο πέρασμα αποδημητικών πουλιών, ορτυκιού, πάπιας, τρυγονιού και τσίχλας στα πεδινά και τις εκβολές των ποταμών.

Τοπικά έθιμα και εκδηλώσεις

Ενδιαφέρουσες καρναβαλικές εκδηλώσεις υπάρχουν τις απόκριες με λαϊκά δρώμενα που βασίζονται σε επίκαιρα κυρίως θέματα. Επίσης, τους καλοκαιρινούς μήνες κυρίως διοργανώνονται από τον πολιτιστικό σύλλογο Εξάρχου "Υάμπολις" θεατρικές παραστάσεις καθώς και χορευτικές βραδιές με ζωντανή μουσική και χορευτικούς συλλόγους απ’ όλα τα μέρη της Ελλάδας. Το πανηγύρι του χωριού γίνεται στις 10 Μαΐου. Την ημέρα αυτή γιορτάζει και το Μοναστήρι του Αγίου Νικολάου στα Καμπιά.

Στην περιοχή του Εξάρχου υπάρχουν 9 ιεροί ναοί και εξωκλήσια: Αγ. Νικόλαος (περίφημος ναός με εξαιρετικές τοιχογραφίες του 12ου αι. έξω από τον οικισμό που λειτουργεί την Κυριακή του Θωμά), Αγ. Γεώργιος στην κεντρική πλατεία του χωριού, Αγ. Ιωάννης βόρεια του οικισμού, Παναγία βόρεια της κεντρικής πλατείας, Παναγία η μνήμη της οποίας γιορτάζεται την Παρασκευή μετά το Πάσχα (Ζωοδόχου Πηγής), Μεταμόρφωση του Σωτήρος, Αγ. Ταξιάρχες, Άγιος Γεώργιος και Άγιος Αθανάσιος.

Ιστορικά στοιχεία

Χάρτης αρχαίας Φωκίδας (φωτό)

Το χωριό διαθέτει πλούσια αρχαία ιστορία και έχει διαρκή παρουσία από την προϊστορική εποχή έως σήμερα. Στην αρχαιότητα η περιοχή υπαγόταν στην Φωκίδα. Βορειοδυτικά του σημερινού χωριού τοποθετείται μία από τις αρχαιότερες και σημαντικότερες πόλεις της Φωκίδας, η Άβαι (Άβα, Άβη, Άβαι), στην κοιλάδα του ποταμού Άσσου (σημερινό Μπογδανόρεμα), ο οποίος έρεε ορμητικός μεταξύ του Ηδυλίου όρους (ανατολικός Παρνασσός) και της αρχαίας Υάμπολης, δυτικά του Υφαντίου όρους. Η πόλη, ιδρύθηκε κατά τη παράδοση, από αποίκους που ήρθαν από το Άργος με τον Άβαντα, γιο του Λυγκέα και της Υπερμνήστρας της Δαναού. Η πόλη διέθετε ναούς, θέατρο, αγορά, χάλκινα αγάλματα του Απόλλωνα, της Λητούς, της Αρτέμιδος και τον πανάρχαιο ναό του Απόλλωνα με πλούσιο μαντείο σε θησαυρούς και αναθήματα.

Το μαντείο των Αβών ήταν τόσο γνωστό που, σε αυτό εκτός από τους Έλληνες προσέφυγαν ο βασιλιάς της Λυδίας Κροίσος το 542 π.Χ., ο Μαρδόνιος το 479 π.Χ. και άλλοι. Το ναό του Απόλλωνα κατάστρεψε μαζί με την πόλη ο Ξέρξης (480 μ.Χ.) και, αργότερα οι Θηβαίοι κατά το Φωκικό Πόλεμο παρέδωσαν τον ναό στις φλόγες με τους νικηθέντες Φωκείς που κατέφυγαν εκεί ως ικέτες. Ο Παυσανίας στη συνέχεια βρήκε ερειπωμένο το ναό από τις φλόγες. Η πόλη απέφυγε την ολοκληρωτική καταστροφή στο τέλος του Β΄ Ιερού Πολέμου (366π.Χ.) γιατί μόνον αυτή από τις Φωκικές πόλεις δεν είχε λάβει μέρος στις επιθέσεις κατά του Δελφικού Ιερού.

Σημαντικός ο αρχαιολογικός χώρος της Υάμπολης και των Αβών. Το πλήθος των αρχαιολογικών ευρημάτων φανερώνει την ακμή των αρχαίων αυτών πόλεων. Οι Ρωμαίοι προσέφεραν στη πόλη αυτονομία και ο αυτοκράτορας Πόμπλιος Αίλιος Αδριανός ξανάχτισε το ναό του Απόλλωνα, χωρίς το μαντείο (117 -138 μ.Χ.). Σήμερα στη περιοχή σώζονται ερείπια από τα θεμέλια του ναού και από τα τείχη του κάστρου που ήταν από πολυγωνικά λιθάρια, με προμαχώνες και μεγαλοπρεπείς πύλες.

Αρχαιολογικά Ευρήματα

Από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή του Έξαρχου επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι εκεί βρισκόταν η αρχαία πόλη Άβαι. Τα σημαντικότερα αρχαιολογικά ευρήματα προέρχονται από τάφους αυτής της περιοχής και φυλάσσονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης. Εξίσου σημαντική θεωρείται και η εύρεση μιας επιτύμβιας στήλης ρωμαϊκών χρόνων, που αναπαριστά ανδρόγυνο σε μετωπική στάση και ισόρροπη διάταξη με δυο παιδιά. Η επιτύμβια αυτή στήλη στεγάζεται σήμερα στο μουσείο των Θηβών.

Η ακρόπολη των Αβών, σύμφωνα με τις ανασκαφές, βρίσκεται στη τοποθεσία Σμίξη, νοτιοδυτικά του Εξάρχου. Επιπλέον εκεί βρέθηκαν λείψανα Μεσοελλαδικών κτισμάτων καθώς και πλήθος λίθινων εργαλείων, πήλινα σφονδύλια, ένα χάλκινο έλασμα και ένα κανθαρόσχημο αγγείο από τεφρό πηλό.

Μνημεία - Πολιτισμός

Ένα εξαιρετικό μνημείο, του οποίου την αρχική μορφή δεν αλλοίωσαν οι μεταγενέστερες ακαλαίσθητες προσθήκες, είναι ο ναός του Αγ. Νικολάου στον ΄Εξαρχο. Είναι ένας μικρών διαστάσεων
σταυροειδής εγγεγραμμένος ναός (δίστηλος ελλαδικής σχολής) με σχετικά ψηλό τρούλο και τοίχους χτισμένους από πωρόλιθους που προέρχονται πιθανόν από τα αρχαία κτίσματα της περιοχής.
Υπάρχουν διάσπαρτα ίχνη μεταγενέστερων επισκευών, προφανώς της περιόδου της Τουρκοκρατίας. Η ανέγερση του ναού από τα μορφολογικά στοιχεία της τοιχοδομίας του θα πρέπει να τοποθετηθεί στον 12ο αιώνα. Το εσωτερικό του κοσμούν τοιχογραφίες στους ανατολικούς πεσσούς και στο τέμπλο του 18ου αιώνα. Κάποιες τοιχογραφίες εξαιρετικής ποιότητας και μεγάλης καλλιτεχνικής αξίας, ανήκουν πιθανότατα στην αρχική φάση του μνημείου [9].

Ο Πολιτιστικός σύλλογος γυναικών Έξαρχου «Υάμπολις» ιδρύθηκε με σκοπό την ενασχόληση και την ανάδειξη θεμάτων πολιτισμού στην περιοχή του Έξαρχου. Στα πλαίσια αυτά αναλαμβάνει για την πνευματική ανάταση των κατοίκων τη διοργάνωση των κοινωνικών και πολιτιστικών εκδηλώσεων, που περιλαμβάνουν παραδοσιακούς χορούς και μουσική.

Το Καλαπόδι είναι χωριό της Φθιώτιδας το οποίο ανήκει στο Δήμο Λοκρών.Το συναντούμε 156 χμ. βορειοδυτικά της Αθήνας Έχει πληθυσμό 444 κατοίκους (Ελληνική απογραφή 2011), οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι γεωργοί, ασχολούμενοι κυρίως με την καλλιέργεια δημητριακών, βαμβακιού και καπνού. Το χωριό διαθέτει πλούσια αρχαία και νεότερη ιστορία και έχει διαρκή παρουσία από την προϊστορική εποχή έως σήμερα.

Ιστορία

Η περιοχή του Καλαποδίου δεν έπαυσε να κατοικείται κατά την πάροδο των αιώνων. Εκτός από τον Παυσανία, αναφορά για την περιοχή συναντάμε στον Όμηρο (Ιλιάδα ραψ. Β 517-526),
τον Ηρόδοτο (Η.28), τον Πλούταρχο (Γυναικών Αρεταί), τον Ξενοφώντα (βιβλ. ΣΤ΄. κεφ. 4), τον Στράβωνα (Θ424), τον Διόδωρο και άλλους. Την τελευταία δεκαετία, πολλοί ξένοι αρχαιολόγοι και ιστορικοί έχουν ασχοληθεί με την περιοχή όπως ο R. Felsch, ο P. Ellinger και ο Dr. Kienast. Ανατολικά του Καλαποδίου βρίσκεται ο αρχαιολογικός χώρος, όπου άκμασε η Υάμπολις, έκτασης
χιλίων (1000) στρεμμάτων, μία από τις σημαντικές πόλεις της Αρχαίας Φωκίδας και συνόρευε με την Οπουντία Λοκρίδα.

Μετά την καταστροφή της Υαμπόλεως, είναι πιθανό να δημιουργήθηκε οικισμός στην περιοχή του Καλαποδίου και είναι ιστορικά τεκμηριωμένο ότι και τους βυζαντινούς χρόνους , οι δημοσιεύσεις του γερμανού αρχαιολόγου Rainer Felsch, το 1996 επιβεβαιώνουν την οίκηση. Η μορφή της οικονομίας του τόπου αυτού ήταν κατά κύριο λόγο γεωργική και κτηνοτροφική και
επηρέασε κατά λόγο τον πολιτισμό και την λατρεία των κατοίκων. Αυτοί συμμετείχαν στην Φωκική Συμπολιτεία (Φωκικό Κοινό), την οποία ίδρυσαν οι Φωκείς και, δεν απουσίασαν από τα σημαντικά γεγονότα, τα οποία διαμόρφωσαν την αρχαία ελληνική ιστορία. Πρωταγωνίστησαν στους ιερούς πολέμους και κατά την εξιστόρηση του Α΄ιερού πολέμου στα μέσα του 6ου π. Χ. αιώνα, αναφέρεται ότι το ιππικό των Θεσσαλών ερχόμενο από τις Θερμοπύλες θα περνούσε το στενό πέρασμα της Υαμπόλεως, κατευθυνόταν προς την Ελάτεια και τα πεδινά μέρη κατά
μήκος του Κηφισού (Παυσανίου, Φωκικά Χ. 1,3).

Κι ο Πλούταρχος στο βιβλίο του «Γυναικών Αρεταί» αναφέρει ότι η μεγαλύτερη σύγκρουση του πρώτου ιερού πολέμου έγινε στις Κλεωνές της περιοχής της Υαμπόλεως, (σημερινή τοποθεσία
Βάλτετση ένα περίπου χλμ. Νοτιοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου), όπου οι Φωκείς κατατρόπωσαν τους Θεσσαλούς.( Ιστορικά δεν είναι εξακριβωμένο πότε ιδρύθηκε η Υάμπολις. )
Ο Ηρόδοτος αναφέρει (Η28) αναφέρει ότι η Υάμπολις ήταν η μόνη είσοδος της Φωκίδας για τους κατερχόμενους από το βορρά προς τον νότο. Αντιτάχθηκαν στην κάθοδο του Φιλίππου των Μακεδόνων και το 338 π.Χ. βοήθησαν τους Αθηναίους στη μάχη της Χαιρώνειας. Μαζί με άλλους Έλληνες απέκρουσαν το 279 π.Χ. τους Γαλάτες στις μάχες Θερμοπυλών και Οίτης.
Δημιούργησαν το απαράμιλλο σε όλο τον κόσμο μνημείο των Δελφών και στον λατρευτικό τομέα του λατρευτικούς ναούς της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος και του Απόλλωνα στην περιοχή του Καλαποδίου την μεγάλη γιορτή των Ελαφηβολίων , που είχε ακτινοβολία στον τότε γνωστό κόσμο.

Ο Ιερός Ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου (φωτό)

Η λατρεία προς τους θεούς εκδηλωνόταν με τις ιεροτελεστίες. Τους προϊστορικούς χρόνους οι ιεροτελεστίες ήταν μεν ομαδικές αλλά πραγματοποιούνταν στο ύπαιθρο ή σε άλση, ή και σε τεμένη,
που ήταν ιεροί χώροι, αφιερωμένοι στους θεούς. Πιθανολογείται ότι ιεροτελεστίες πραγματοποιούσαν και οι ηγεμόνες μέσα στα ανάκτορα. Εξαίρεση αποτελεί η περιοχή του Καλαποδίου όπου, υπήρχε κτίριο με τάφρο θυσιαστηρίου και βωμό. Η κατοίκηση του χώρου συνεχίστηκε και κατά τους υστεροβυζαντινούς χρόνους (1081-1453). Από τα Οθωμανικά Αρχεία αντλούμε την μαρτυρία ότι το Καλαπόδι πριν την Τουρκοκρατία ήταν ένα μεγάλο χωριό. Κατά την διάρκεια των ετών 1466-1570 το Καλαπόδι δεν αναφέρεται στους φορολογικούς καταλόγους και φέρεται ως εγκαταλελειμμένο. Η επιδημία της πανούκλας που είχε ενσκήψει τον 15ο αιώνα πιθανολογείται ότι αποδεκάτισε τους κατοίκους του Καλαποδίου. Οι Αρβανίτες που κλήθηκαν από τον 
βασιλιά Πέτρο τον 4ο της Αραγκόνας δεν εγκαταστάθηκαν εδώ αλλά έδωσαν ζωή σε πολλά χωριά της Ανατολικής Λοκρίδας. Στους Τούρκους δε, λόγω των προνομίων, δεν τους επετράπη η  εγκατάσταση. Στο Καλαπόδι αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος βρέθηκαν κατά καιρούς ενετικά και ουγγρικά νομίσματα μαζί. Η παρουσία του στον ελληνικό χώρο εξηγεί ο πόλεμος που κήρυξε ο Μέγας Λουδοβίκος της Ουγγαρίας κατά της Ενετικής Δημοκρατίας, επί δόγη Giovanni Gradenigo (1355-1356). Στην Επανάσταση του 1821 η συμμετοχή των κατοίκων του Καλαποδίου ήταν σημαντική με τους:  Γραμματίκα Αναστάσιο, Ζυγογιάννη, Μιχαλίτση και Μπούρχα Γεώργιο. Από την σύσταση του Ελληνικού Κράτους το Καλαπόδι μέχρι σήμερα ανήκει στην Επαρχία Λοκρίδας και είναι Τοπικό διαμέρισμα του Καλλικρατικού Δήμου Λοκρών. Σήμερα για την επικοινωνία της ανατολικής Λοκρίδας με την Ελάτεια, την Τιθορέα την Λειβαδιά και τους Δελφούς, είναι ο οδικός άξονας που διέρχεται από το Καλαπόδι σε μικρή απόσταση από τον αρχαιολογικό χώρο κοντά στο ιερό της Αρτέμιδος της Υαμπόλεως.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Από επιφανειακά ευρήματα στην τοποθεσία Αγ. Ειρήνη Καλαποδίου έχουν έρθει στο φως ίχνη νεολιθικού οικισμού. Τα ευρήματα αποτελούνται από εργαλεία καθημερινής χρήσης από σκληρή
πέτρα και οψιανό που προέρχεται από τη Μήλο. Σημαντικά είναι κα τα ευρήματα από τον περίβολο του Ιερού στους Αγ. Αποστόλους τόσο της Μεσονεολιθικής εποχής όσο και της εποχής του Χαλκού, σε αυτά περιλαμβάνονται πέτρινα τσεκούρια, ένα κεραμικό όστρακο βαμμένο κόκκινο, όστρακα και τρίποδες.

Ο Αρχαιολογικός χώρος της Υάμπολις στο Καλαπόδι (φωτό)

Κατά τις ανασκαφές το 1973 από τον Γερμανό αρχαιολόγο Rainer Felsch του Γερμανικού Αρχαιολογικού ινστιτούτου και πολυμελή ομάδα επιστημόνων στην θέση Αγ. Απόστολοι που βρίσκεται
700 μ. ανατολικά του Καλαποδίου επί της δημόσιας οδού Αταλάντης-Δελφών και σε ύψωμα 500 μ. ανακαλύφθηκαν μια διαδοχή στρωμάτων από την Υστερομυκηναική εποχή μέχρι τον 4 αιώνα π.Χ., αποκαλύφθηκε ο ναός της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος.

Η Υάμπολις (φωτό)

Ο ναός είναι περίπτερος δωρικός με πρόναο, οπισθοδομή, σηκό και άδυτο, έχει μήκος 45,80 μ με 14 κίονες και πλάτος 19,26 μ με 6κίονες και 520 σπονδύλους συνολικά. Η οικοδόμηση του άρχισε το 426 π.Χ. και τελείωσε το 420 π.Χ , τα σχέδια του είναι της Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής σχολής του 5ου αιώνα π.Χ., παρόμοια με αυτά του Παρθενώνα και κατά μια εκδοχή χωρίς αυτό να είναι επιστημονικά τεκμηριωμένο ο αρχιτέκτονας του ήταν ο Ικτίνος. Κάτω από τον ναό βρέθηκαν μια σειρά άλλων ναών κλασσικής περιόδου με πρώτο το Ιερό Μυκηναϊκής εποχής που αποτελούνταν από κτίριο και τάφρο θυσιαστηρίου. Το ιερό αυτό χρονολογείται από το 13ο αιώνα π.Χ. αποτελεί το μοναδικό οργανωμένο ιερό Μυκηναϊκής εποχής στον ελλαδικό χώρο και λειτούργησε έως το 850 π.Χ. Στο ιερό αυτό βρέθηκαν μεγάλος αριθμός μεταλλικών αντικειμένων, κοσμημάτων, ειδώλων και αγαλματιδίων. Κατά την Γεωμετρική περίοδο μεταξύ του 850-820 π.Χ. κατασκευάστηκαν στην ίδια τοποθεσία ένα ιερό με δυο ναούς μετρίου μεγέθους, ο ένας στο νότο πάνω στο Ιερό Μυκηναϊκής εποχής αφιερωμένος στην Άρτεμη και ο δεύτερος προς το βόρειο μέρος σε παρθένο έδαφος με βωμό τύπου εστίας αφιερωμένος στον Απόλλωνα καθώς και μια πλατεία λατρευτικών εκδηλώσεων μπροστά από τους δύο ναούς. Τα αφιερώματα που βρέθηκαν στις ανασκαφές ήταν κυρίως τρίποδες, κοσμήματα και σιδερένια όπλα.

Σύμφωνα με τον Rainer Felsch ο ναός του Απόλλωνα έχει μεγάλη ιστορική σημασία καθώς εισάγεται στο χώρο της κεντρικής Ελλάδας η λατρεία του Απόλλωνα για πρώτη φορά.
Τις πρώτες δεκαετίες του 7 ου αιώνα π.Χ. κατασκευάστηκαν δυο νέοι ναοί στην ίδια θέση με τους παλαιότερους, μεγαλύτερου μεγέθους , οι ναοί αυτοί είναι από τους πρώτους πρόστυλους ναούς που έχουν βρεθεί στον ελλαδικό χώρο και λειτούργησαν έως τις αρχές του 6ου αιώνα οπότε και καταστράφηκαν από πυρκαγιά.

Η Υάμπολις - άποψη του αρχαιολογικού χώρου (φωτό)

Μετά τη νίκη των Φωκαίων στον πρώτο ιερό πόλεμο το 560 π.Χ. αποφασίστηκε το ιερό αυτό του Καλαποδίου να καταστεί τόπος λατρείας ολόκληρης της Φωκίδας ώστε να εορτάζονται τα
Ελαφηβόλια, για το λόγο αυτό με μια επίχωση ισοπέδωσαν το μέρος που βρίσκονταν οι προηγούμενοι ναοί και οικοδόμησαν δυο νέους ναούς, περίπτερους, παράλληλα ο ένας με τον άλλο. Στο βόρειο τμήμα τοποθετήθηκε ο ναός που ήταν αφιερωμένος στον Απόλλωνα, είχε μήκος 44,50μ, με 18 κολώνες και πλάτος 14μ, με 6 κολώνες. Ο δεύτερος ναός μικρότερος σε μέγεθος είχε μήκος 26,28μ, με 11 κολώνες και πλάτος 13,62μ, με 6 κολώνες τοποθετήθηκε στο νότιο τμήμα . Και στους δύο ναούς υπάρχουν ανάκατα ξύλινες και πέτρινες κολώνες και οι τοίχοι τους ήταν κατασκευασμένοι από ωμές πλίνθους καλυμμένες με σοβά ενώ οι στέγες αποτελούνταν από χοντρά κεραμίδια επάνω σε ξυλοκατασκευή. Οι δύο αυτοί ναοί καταστράφηκαν το 480 π.Χ. από τον Ξέρξη. Στη συνέχεια μετά τη νίκη των Ελλήνων εναντίον των Περσών αποφασίστηκε η κατασκευή ενός μόνο ναού πάνω στα ερείπια των δυο προηγουμένων, στο νότιο τμήμα, αφιερωμένο στην Άρτεμη ενώ στο βόρειο τοποθετήθηκε και ο βωμός. Ο βωμός αυτός, μοναδικό εύρημα σε όλη την Ελλάδα, βρέθηκε άθικτος με όλα τα σκεύη της τελευταίας ιεροτελεστίας όπως δαχτυλίδια, καρφίτσες της Γεωμετρικής και της Αρχαϊκής εποχής, μια μεγάλη σούβλα για ψήσιμο, μια πήλινη γυναικεία μάσκα καθώς και ένας χάλκινος κούρος, μοναδικός στην Ελλάδα, κατασκευασμένος γύρω στα 500-490 π.Χ. σε τοπικό εργαστήρι. Με την αποπεράτωση του ναού ήρθε και η καταστροφή του με τον μεγάλο σεισμό του 426 π.Χ. Μετά τον σεισμό άρχισε η κατασκευή του τελευταίου ναού σε σχέδια της Αθηναϊκής Αρχιτεκτονικής του 5ου αιώνα π.Χ. σχολής έως την τελική του καταστροφή από τον Θεοδόσιο το Μέγα. Τα ευρήματα από τις ανασκαφές φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο Λαμίας, και στο αρχαιολογικό μουσείο Αταλάντης .

Το Κυπαρίσσι βρίσκεται στο 140ο χλμ της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας. Απέχει 9 χλμ από την Αταλάντη. Με την εφαρμογή του Νόμου συνένωσης Δήμων και Κοινοτήτων "Καποδίστριας" (2539/97), αποτέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αταλάντης. Από το 2011 ανήκει στο Δήμο Λοκρών. Το χωριό, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, έχει 184 κατοίκους, οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι γεωργοί και εργάτες. Μαζί με τον οικισμό Ευκάλυπτος, ο οποίος έχει πληθυσμό 10 κατοίκους, συναποτελούν την Τοπική Κοινότητα Κυπαρισσίου.

Ιστορία

Τα πρώτα δείγματα ανάπτυξης της περιοχής του Κυπαρισσίου απαντώνται κατά την Αρχαϊκή Εποχή (700 - 480 π.Χ.). Στην περιοχή Γαρδενίτσα (ή Γαρδινίτσα ή λόφος Καστράκι) υπάρχουν οχυρωματικά έργα[1] της περιόδου, όπως επίσης στους βόρειους πρόποδες του λόφου είναι χτισμένη και αρχαϊκή στοά, με πλούσιο διάκοσμο (πιθανόν κατασκευάστηκε περί τα μέσα του 6ου π.Χ. αιώνα). Τα έργα αυτά υπέστησαν ζημιές από το μεγάλο σεισμό του 425 π.Χ. που συγκλόνισε όλη την ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας. Στην περιοχή πιθανότητα λειτουργούσε και ιερό (δεν είναι γνωστό ποιου/ποιας θεού/θεάς), και σε αυτό συνηγορούν και τα ευρήματα της στοάς. Οι κάτοικοι ασχολούνταν -όπως και στην ευρύτερη περιοχή- με την γεωργία, την αλιεία, την αμπελουργία, την κτηνοτροφία και την κεραμοποιία.

Παλαιοχριστιανικά ερείπια στο Κυπαρίσσι (φωτό)

Στην Ρωμαϊκή περίοδο (30 π.Χ. – 324 π.Χ.), η περιοχή του Κυπαρισσίου δεν εγκαταλείφθηκε, όπως οι περισσότερες στη Λοκρίδα μετά τις επιδρομές του Σύλλα το 87/86 π.Χ., αλλά αντιθέτως αποτέλεσε αγροτική περιοχή, με αγροικίες και μεγάλες ιδιόκτητες εκτάσεις, όπως συνηθιζόταν στο ρωμαϊκό κόσμο τότε. Οι επιδρομές κατά τους επόμενους αιώνες (έως και το 10ο αιώνα μ.Χ.), έφεραν οπισθοδρόμηση και έπληξαν την οικονομία της περιοχής. Από το 1204, και μέχρι την υποδούλωση της περιοχής από τους Οθωμανούς το 1458, η περιοχή του Κυπαρισσίου αποτέλεσε τμήμα του Δουκάτου των Αθηνών, και πιο συγκεκριμένα ήταν ενταγμένη στη διοίκηση της Βαρονίας Αταλάντης. Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας, το Κυπαρίσσι δεν αναφέρεται. Η περιοχή υπαγόταν στον καζά Ταλαντίου. Αναφέρεται όμως ο οικισμός της Γαρδενίτσας, ο οποίος είχε 77 κατοίκους το 1466, και 105 σπίτια (νοικοκυριά, με την έννοια της φορολογικής μονάδας) το 1506. Το 1521 υπήρχαν 126 σπίτια και η συνολική φορολογία που πλήρωναν οι κάτοικοι της ανερχόταν στα 8.503 άσπρα (ασημένια νομίσματα της εποχής), το 1540 είχε 96 σπίτια και οι φόροι που κατέβαλε ήταν 7.030 άσπρα, ενώ το 1571 παρατηρήθηκε εκ νέου μείωση των κατοικιών σε 66 και φυσικά της φορολογίας σε 3.000 άσπρα. Η Γαρδενίτσα δημιουργήθηκε τον 15ο αιώνα, πιθανώς από τους εποικισμούς των Σλάβων στην περιοχή. Την ίδια περίοδο επίσης, πιθανότερα το 1519[2], γεννήθηκε στην Γαρδενίτσα Κυπαρισσίου ο Όσιος Δαυίδ.

Το 1815, σύμφωνα με τον περιηγητή Αργύρη Φιλιππίδη [3], η Γαρδενίτσα, όπως επίσης και το Κυπαρίσσι, είχαν 15 σπίτια, όπου σε όλα διέμεναν χριστιανοί. Οι κάτοικοι ασχολούνταν με την
γεωργία (σιτάρι, κριθάρι, βαμβάκι, κρασί) και την κτηνοτροφία (αιγοπρόβατα). Το 1836, κατά τα πρώτα χρόνια του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, το Κυπαρίσσι ανήκε διοικητικά 
στο Δήμο Αταλάντης. Το 1838 στο χωριό κατοικούσαν 13 οικογένειες. Ενώ το 1879 οι κάτοικοί του έφταναν τους 153. Κατά το μεγάλο σεισμό της Λοκρίδας το 1894, έχασαν τη ζωή τους 4 κάτοικοι του Κυπαρισσίου από τους συνολικά 183 που είχε εκείνη την εποχή το χωριό. Ο πληθυσμός μειώθηκε κατά τα επόμενα χρόνια και το 1896 οι κάτοικοι του ήταν μόλις 80. Αντίθετα οι κάτοικοι του Κυπαρισσίου το 1907 ήταν 91. Η Κοινότητα Κυπαρισσίου αναγνωρίστηκε το 1932, προερχόμενη από την απόσπασή της από την Κοινότητα Τραγάνας. Το 1940 η Κοινότητα είχε 187 κατοίκους, το 1961 242 και το 1991 302. Από το 1998, η κοινότητα Κυπαρισσίου εντάσσεται εκ νέου στο Δήμο Αταλάντης. Με τη νέα διοικητική διαίρεση της χώρας, που προέβλεπε το «σχέδιο Καλλικράτης», το Κυπαρίσσι ανήκει στο Δήμο Λοκρών.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Στους πρόποδες του λόφου Καστράκι Κυπαρισσίου βρέθηκε στοά αρχαϊκής εποχής,τα οικοδομήματα αυτού του είδους κατά την αρχαϊκή εποχή άνηκαν σε ιερά και μια από τις χρήσεις τους ήταν η φύλαξη των αφιερωμάτων. Η στοά οικοδομήθηκε στα μέσα του 6ου αιώνα πΧ και καταστράφηκε από σεισμό όπως αυτό φαίνεται από τις αλλοιώσεις της θεμελίωσής της. Τα διάφορα ευρήματα και κυρίως η κεραμική δείχνουν ότι το κτίριο ήταν σε χρήση έως το 480 π.Χ. Στις ανοιχτές πλευρές της είχε κιονοστοιχία από πώρινους δωρικούς κίονες και δωρικό επιστήλιο, είχε δίρριχτη στέγη και πώρινα αετώματα στις ανοικτές πλευρές της. Το κτίριο διέθετε πλούσιο αρχιτεκτονικό διάκοσμο και το καλύτερα σωζόμενο τμήμα αυτού είναι η στέγη η οποία ήταν καλυμμένη με κεραμίδες κορινθιακού τύπου με πλούσια διακόσμηση.

Η θεότητα στην οποία ήταν αφιερωμένο το ιερό δεν μας είναι γνωστό όμως από τα ευρήματα που ήταν κυρίως χάλκινα και σιδερένια αντικείμενα όπως κοσμήματα και εξαρτήματα ενδυμασίας
παρόμοια των οποίων έχουν βρεθεί και στους ναούς της Ελαφηβόλου Αρτέμιδος στο Καλαπόδι και στο ιερό της Αθηνάς στις Αλές στο Θεολόγο οδηγούν στην απόδοση της στοάς και του ιερού σε κάποια θηλυκή θεότητα.

Τουρισμός

Η παραλία στο Κυπαρίσσι με θέα το Αταλαντονήσι (φωτό)

Στην περιοχή του Κυπαρισσίου υπάρχουν πολλά μικρά ξωκλήσια. Ο επισκέπτης μπορεί να επιδοθεί στη ποδηλασία και στο περπάτημα. Το χωριό αυτό μοιράζεται την παραλία Αρμυρά και Παλιομάγαζα μαζί με την Αταλάντη. Είναι μια αβαθής και αμμώδης παραλία η οποία προσφέρεται για μπάνιο, κατασκήνωση και ψάρεμα.

Απέναντι από τη παραλία αυτή βρίσκεται λιμνοθάλασσα μ'ένα πλούσιο υδροβιότοπο όπου φιλοξενεί διάφορα είδη πουλιών κατά τους χειμερινούς μήνες.

Η Κυρτώνη Φθιώτιδας είναι χωριό επί του δρόμου που οδηγεί από την Αταλάντη, από την οποία απέχει 12 χλμ, προς τον Ορχομενό. Βρίσκεται κτισμένο σε υψόμετρο 480 μέτρων. Με την  εφαρμογή του Νόμου συνένωσης Δήμων και Κοινοτήτων "Καποδίστριας" (2539/97) απετέλεσε Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αταλάντης και από το 2011 αποτελεί Τοπική Κοινότητα του Δήμου Λοκρών. Το χωριό σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 445 κατοίκους οι οποίοι στην πλειονότητά τους είναι γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Η προηγούμενη ονομασία του χωριού ήταν Κολάκα. Η Τοπική Κοινότητα Κυρτώνης πήρε το όνομα του από την αρχαία πόλη Κυρτώνη, η οποία ανήκε στους Οπούντιους Λοκρούς, όπως αναφέρεται από τον Παυσανία. Εικάζεται ότι βρίσκονταν σε θέση ανατολικότερη του σημερινού χωριού. Μέχρι και σήμερα σώζεται στη περιοχή το Κάστρο της Κυρτώνης στη θέση Πύργος. Πρόκειται για αρχαία οχύρωση, με τετράγωνο πύργο, κτισμένη με λιθόπλινθους, πάχους 1,5 μέτρου.  Στην Κυρτώνη βρίσκεται η πανάρχαια βρύση «Καμίνι». Στην τοποθεσία «Καμινάκι» υπάρχει βράχος με εικονοστάσι που κοντά του αναβλύζει γλυφό παγωμένο νερό με ιαματικές ιδιότητες (για δυσεντερία).

Ιστορία

Η περιοχή της Κυρτώνης πρωτοκατοικήθηκε την Νεολιθική εποχή (7000 π.Χ. – 3200/3100 π.Χ.). Ο οικισμός αυτός παρουσίασε όλα τα γνωρίσματα και χαρακτηριστικά του Νεολιθικού οικισμού, αλλά δεν μας είναι γνωστή η ονομασία του. Αυτό που τον έκανε ξεχωριστό ήταν το γεγονός, ότι ήταν ο μόνος ορεινός οικισμός της περιόδου στην ευρύτερη περιοχή.

Η πλατεία της Κυρτώνης (φωτό)

Κατά την Αρχαϊκή εποχή (700 - 480 π.Χ.), επίσης υπήρξε δραστηριότητα στην περιοχή της αρχαίας Κυρτώνης. Κύριες ασχολίες των κατοίκων ήταν η γεωργία, η κτηνοτροφία και η κεραμοποιία.
Λέγεται ότι υπήρχε άλσος με μικρό ναό του Απόλλωνα, με αγάλματα του ίδιου και της Αρτέμιδος, όπως επίσης και ναό των Νυμφών σε παρακείμενο άλσος, χτισμένος πάνω από μία πηγή. Κατά τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας (1466), στην Κολάκα υπήρχαν 47 νοικοκυριά. Το 1506 υπήρχαν 50 νοικοκυριά μόνο Χριστιανικά και το 1521 52. Το 1540 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε  61 νοικοκυριά και το 1571 σε 76. Το 1815, ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης έγραψε για την Κολάκα: «Έχει και αυτό περί τα είκοσι σπίτια Χριστιανών. Κάνουν σιτάρι, κριθάρι και άλλα γεννήματα, κρασί όσο πίνουν…έχουν εδώ και πρόβατα και γίδια, τα επιμελούνται και ζουν καλά».

Φυσική πηγή νερού στην Κυρτώνη(φωτό)

Η Κολάκα ανέδειξε τρεις αγωνιστές της Επανάστασης του 1821. Τους Αθανασίου Μιχάλη (υπαξιωματικό), Ανέστη Αργύρη και Δήμου Ιωάννη. Ο πληθυσμός του χωριού το 1879 ήταν 168 κάτοικοι, το 1889 232, το 1896 243 και το 1907 303. η κοινότητα το 1907 είχε ενταχθεί στο Δήμο Αταλάντης. Μετέπειτα συνέχισε την πορεία της ως ανεξάρτητη κοινότητα. Το 1997 εντάχθηκε εκ νέου στο διευρυμένο Δήμο Αταλάντης.  Με τη νέα διοικητική διαίρεση της χώρας, που προβλέπει το «σχέδιο Καλλικράτης», η Κυρτώνη ανήκει στο Δήμο Λοκρών.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Ο "Παλιόπυργος" ή "Πύργος" στην Κυρτώνη (φωτό)

Στην Κυρτώνη υπήρξε νεολιθικός οικισμός, παρόλο που στην περιοχή δεν έχουν διενεργηθεί ανασκαφές. Στη θέση Νιχώρι της κτηματικής περιφέρειας της τέως κοινότητας Κολάκας ,στην περιοχή της αρχαίας ακροπόλεως από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν, έχουν βρεθεί νεκροταφεία αρχαϊκής περιόδου, ακόμη στη θέση αυτή διατηρείται οχύρωση σε μεγάλη έκταση και ένας από τους πύργους της σώζεται σε μεγάλο ύψος, για το λόγο αυτό η περιοχή ονομάζεται από τους ντόπιους Πύργος. Η αρχαία πόλη που εκτείνονταν εδώ είναι σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη η Κυρτώνη.

Ήθη - Έθιμα - Παραδόσεις

Σπορά

Κατά την πρώτη ημέρα της σποράς σπάνε μέσα στο σάκο με το σιτάρι ένα ρόδι και ρίχνουν άλλο ένα στο χωράφι κάνοντας την ευχή "όσα σπόρια έχει το ρόδι τόσα σπόρια να έχει και το κάθε στάχυ".

Χριστούγεννα-Πρωτοχρονιά-Θεοφάνια

Παραμονή των Χριστουγέννων τα παραδοσιακά κάλαντα τραγούδιουνται σε όλο το χωριό : «Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά πρώτη γιορτή του χρόνου για βγείτε, δείτε, μάθετε, πως ο Χριστός
γεννιέται και ανατρέφεται με γάλα και με μέλι…». Οι νοικοκυρές του χωριού ένα πέταλο κρεμούν στο τζάκι τους για να αποτρέψουν την είσοδο των καλικαντζάρων στο σπιτικό τους ενώ τη μέρα της Πρωτοχρονιάς έχει ιδιαίτερη σημασία για εκείνες ένας καλότυχος και γούρικος πρώτος επισκέπτης. Την ημέρα των Θεοφανείων τα μικρότερα παιδιά τραγουδούσαν:
«Σήμερα είναι τα φώτα που γεννάει η κότα πίσω από την πόρτα πάρτο το αυγό και φεύγα να μη σε πιάσει η βέργα.» και μεγαλύτεροι άνδρες που μπορούσαν να απομνημονεύσουν πιο σύνθετους στίχους: «Σήμερα είναι τα φώτα και ο φωτισμός και χαρές μεγάλες του αφέντη μας και στον Ιορδάνη ποταμό κάθεται η Παναγιά …. τον αφέντη Αι Γιάννη παρακαλεί Συ αφέντη Αι Γιάννη Πρόδρομε δύνασαι βαφτίζεις θεού παιδί..»

Πάσχα

Μετά την λειτουργία της Αναστάσεως όλοι μαζί άνδρες και γυναίκες τραγουδούσαν: «Σήμερα Χρίστος Ανέστη, να έρθει ο ουρανός να πέσει σήμερα και οι παπάδες, κάθονται σα δεσποτάδες. σήμερα τα παλικάρια κάθονται σα λιοντάρια σήμερα τα κορίτσια στέκονται σαν κυπαρίσσια σήμερα και οι παντρεμένες κάθονται καμαρωμένες»

Ο Μεγαπλάτανος είναι χωριό του Δήμου Λοκρών στο Νομό Φθιώτιδας και απέχει 2 χλμ από την κωμόπολη της Αταλάντης. Οι κάτοικοί ασχολούνται σχεδόν αποκλειστικά με την γεωργία (κυρίως με την καλλιέργεια αμπελιών), αφού τα εδάφη της περιοχής είναι από τα πλέον εύφορα. Το κλίμα του θεωρείται το πλέον ιδανικό και οφείλεται στην πορεία του "μπουγαζιού" του όρους Παρνασσός προς το χωριό Σκάλα. Το χωριό, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, έχει 418 κατοίκους.

Ιστορικά στοιχεία

Τα πρώτα δείγματα ζωής στην περιοχή του Μεγαπλατάνου, απαντώνται την Μυκηναϊκή εποχή (1600 – 1100 π.Χ. περίπου). Οι μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι που βρέθηκαν στην θέση Σβέντζα το
αποδεικνύουν. Οι ασχολίες των κατοίκων της περιοχής, εκείνη την εποχή, ήταν κυρίως η γεωργία (σιτάρι, δημητριακά, όσπρια, ελιές, σταφύλια και παραγωγή οίνου) και η αλιεία.
Κατά την Πρωτογεωμετρική περίοδο (10ος – 8ος αιώνας π.Χ.), παρατηρείται αλλαγή στα ταφικά έθιμα των Λοκρών. Επίσης η περιοχή δέχεται επιρροές στην τέχνη (από Αττική, Κόρινθο, Εύβοια και Θεσσαλία). Σε αυτό συνηγορούν και οι ανασκαφές που έγιναν σε γεωμετρικό νεκροταφείο στην θέση Βερύκι της Κοινότητας Μεγαπλατάνου, όπως επίσης και τα ευρήματα στην ευρύτερη περιοχή.

Ο Ιερός Ναός του Αγίου Βασιλείου (φωτό)

Την Αρχαϊκή εποχή (700 – 480 π.Χ.), στην περιοχή του Μεγαπλατάνου (θέση Παλαιοκάστρα) βρισκόταν αρχαϊκό νεκροταφείο. Κύριες ασχολίες των κατοίκων της περιόδου αυτής ήταν γεωργία, η κτηνοτροφία (βοοειδών), η αλιεία, η αμπελουργία και η κεραμοποιία. Στην Κλασσική εποχή (β’ τέταρτο 5ου αιώνα – 323 π.Χ.) στην περιοχή έγιναν έργα αμυντικά, όπως φρυκτωρίες, πύργοι δηλαδή για την επιτήρηση των οδικών αρτηριών και την αποστολή σημάτων κινδύνου. Ο Μεγαπλάτανος εμφανίζεται ξανά, το 1806 με 1816, στις διηγήσεις του Γάλλου περιηγητή Φρανσουά
Πουκεβίλ (Francois Pouqueville), με την ονομασία Σκαντέρ-Αγά (με λατινικούς χαρακτήρες: Scander- Aga) και αναφέρει ο υπήρχαν στον οικισμό τότε 6 οικογένειες που κατοικούσαν εκεί. Υπαγόταν στην διοίκηση του Καζά Ταλαντίου και πιθανότατα εκεί διέμενε ο Σκεντέρ ή (Σκαντέρ) Αγάς, προύχοντας του τόπου, απ’ τον οποίο πηρέ το όνομα του και το χωριό εκείνη την εποχή.
Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, και πιο συγκεκριμένα στη μάχη της Αταλάντης (5-9 Νοεμβρίου 1826), ο Γάλλος φιλέλληνας Ολιβιέ Βουτιέ (Olivier Voutier) με 200
στρατιώτες, είχε καταλάβει το λόφο του Προφήτη Ηλία. Από το Μεγαπλάτανο, αναφέρεται[2] ότι συμμετείχαν 20 ένοπλοι αγωνιστές κατά τη διάρκεια του εθνικό-απελευθερωτικού αγώνα.

Το 1836 το χωριό εντάχθηκε στο Δήμο Αταλάντης. Το 1879 ο Μεγαπλάτανος είχε 335 κατοίκους και το 1889 308. Στο σεισμό της Λοκρίδας το 1894, κατέρρευσαν κτήρια και δημιουργήθηκε χάσμα μήκους 400 μ., πλάτους 20 μ. και βάθους 8-11 μ., ενώ ευτυχώς δεν υπήρξε κανείς νεκρός. Το 1896 οι κάτοικοι του Μεγαπλατάνου ήταν 335 και το 1907 394. Το 1952 το χωριό είχε 536 κατοίκους. Εκείνη τη χρονιά θεμελιώθηκε ο Ιερός ναός του Αγίου Βασιλείου, ο οποίος αποπερατώθηκε το 1968. Το 1998 η Κοινότητα Μεγαπλατάνου εντάσσεται στο Δήμο Αταλάντης. Το 2011, βάσει του σχεδίου «Καλλικράτης» το χωριό ανήκει στο Δήμο Λοκρών.

Αρχαιολογικά Ευρήματα

Στην περιοχή του Μεγαπλατάνου τα ευρήματα προέρχονται κυρίως από νεκροταφεία υστεροελλαδικής και αρχαϊκής περιόδου. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για θαλαμωτούς τάφους
με ορθογώνια ή τετράγωνη κάτοψη, ενώ στη δεύτερη ο νεκρός ενταφιάζονταν σε συνεσταλμένη θέση μέσα σε ταφικούς πίθους. Tα κτερίσματα ήταν καλής ποιότητας αγγεία και κάποια μικροαντικείμενα όπως χάλκινες τριχολαβίδες, δαχτυλίδια των οποίων οι άκρες καταλήγουν σε σπείρες, κωνικά σφονδύλια από στεατίτη, ένας μυκηναϊκός σφραγιδόλιθος με παράσταση σχηματοποιημένου ζώου. Στους νότιους πρόποδες του υψώματος Προφήτης Ηλίας Μεγαπλατάνου σώζονται σε ικανοποιητικό βαθμό υπολείμματα φρυκτωρίας που ανάγονται στην κλασσική εποχή. Η φρυκτωρία είχε ως κύριο ρόλο την επιτήρηση οδικών αρτηριών και την αποστολή σημάτων κινδύνου.

Τουρισμός - Αξιοθέατα - Δραστηριότητες

Ο Ιερός Ναός του Προφήτη Ηλία (φωτό)

Το χωριό μέσα στη φύση είναι ιδανικό για ανοιξιάτικους περιπάτους, πεζοπορία και ποδηλασία. Ο επισκέπτης εκτός απ τη φύση μπορεί να απολαύσει και τα παραδοσιακά φαγητά του χωριού στις
ταβέρνες που διαθέτει. Στη βορινή πλευρά του χωριού βρίσκετα ο λόφος του Προφήτη Ηλία που στη μνήμη του, 20 Ιουλίου, το χωριό έχει το πανηγύρι του. Στο χωρίο υπάρχει μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο που περιστασιακά λειτουργεί.  Στο δρόμο προς την Ατάλαντη βρίσκεται αρχαιολογικός χώρος νεκροταφείου.

Η Τραγάνα είναι χωριό του Δήμου Λοκρών και βρίσκεται δίπλα στην εθνική οδό Αθήνας-Λαμίας, μετά τα διόδια, 135 χλμ βόρεια της Αθήνας και περίπου 77χλμ νότια της Λαμίας. Απέχει 12 χλμ από την Αταλάντη. Η Τραγάνα σήμερα έχει εξελιχθεί σ’ ένα σύγχρονο χωριό, χτισμένο βάση σχεδίου πόλεως με ευθείς δρόμους, που διασχίζουν το χωριό από τη μια μέχρι την άλλη άκρη του. Μεταξύ της εθνικής οδού και της παραλίας του χωριού έχει δημιουργηθεί παραθεριστικός οικισμός. Το χωριό, σύμφωνα με την Απογραφή του 2011, έχει 864 κατοίκους. Μπροστά στην παραλία απλώνεται ο Οπούντιος κόλπος (Αταλάντης), που το όνομα του το οφείλει  στην αρχαία πρωτεύουσα της Λοκρίδας, τον Οπούντα. Στα δυτικά της παραλίας υπάρχει το μικρό νησάκι Μήτρος, που ενώνεται με τη στεριά με μια στενή λουρίδα γης, όταν με την παλίρροια αποσυρθούν τα νερά της θάλασσας.

Ιστορία

Ανθρώπινη δραστηριότητα, στην περιοχή της σημερινής Τραγάνας, αναπτύχθηκε πρώτη φορά κατά την Πρωτοελλαδική περίοδο (3200 – 2100 π.Χ.). στην περιοχή της νησίδας «Μήτρος» υπήρξε
παραθαλάσσιος οικισμός, του οποίου οι κάτοικοι ασχολούνταν εκτός από την γεωργία και την αλιεία, την κεραμική τέχνη και με το εμπόριο και την ναυτιλία. Ο οικισμός συνέχισε την πορεία του την Μεσοελλαδική (2100 – 1600 π.Χ.) και κατά την Υστεροελλαδική περίοδο (1600 – 1100 π.Χ. περίπου). Μια πληθυσμιακή αλλά πολιτιστική απομόνωση παρατηρήθηκε στην ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας, λόγω πιθανής εισβολής ελληνικών φύλλων από το βορρά. Κύριες ασχολίες αποτελούσαν η γεωργία (καλλιέργεια σιταριού, δημητριακών, οσπρίων, σταφυλιού), η αλιεία και η κεραμική.

Η παραλία της Τραγάνας (φωτό)

Την Πρωτογεωμετρική περίοδο (10ος – 8ος αιώνας π.Χ.) παρατηρήθηκε μία ανάκαμψη, οπότε και ο οικισμός, ακολουθώντας τους ρυθμούς της περιόδου αυτής, δέχτηκε επιρροές στην τέχνη, στα ταφικά έθιμα, την μεταλλουργεία (κοσμήματα και όπλα), αλλά επίσης και άνθηση του εμπορίου, της ναυτιλίας, γεγονός που συναινεί στην ύπαρξη ενός εύπορου λαού. Ευρήματα και ενδείξεις δεν υπάρχουν για κατοίκηση της περιοχής της Τραγάνας για τους αιώνες που ακολούθησαν. Ωστόσο, υπάρχουν αναφορές για την ύπαρξη οικισμού με την ονομασία «Υηττός», νότια της θέσης του σημερινού χωριού της Τραγάνας, κατά την Παλαιοχριστιανική, Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή εποχή. Η Τραγάνα συστάθηκε σύμφωνα με το Διάταγμα της 29 Ιουλίου 1894 από κατοίκους του Προσκυνά και του Κυπαρρισσίου ύστερα από τους καταστρεπτικούς σεισμούς στις 8 και 15 Απρίλη του 1894. Στην περιοχή της Τραγάνας η χερσόνησος που προϋπήρχε, σκεπάστηκε από τα νερά της θάλασσας και σχηματίστηκε το Γαϊδουρονήσι. Το 1907 οι κάτοικοι του χωριού ήταν 419. Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, ο πληθυσμός της Τραγάνας ήταν 571 κάτοικοι. Ενώ ήδη είχε
σταματήσει η λειτουργία των μεταλλείων στην περιοχή «Αλμυρά».[1] Με την εφαρμογή του σχεδίου Καλλικράτης, αποτελεί δημοτικό διαμέρισμα του δήμου Λοκρών. Το χωριό σύμφωνα με την απογραφή του 2011 έχει 864 κατοίκους.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Στην περιοχή της Τραγάνας οι ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν σε τρεις τάφους της Υστεροελλαδικής περιόδου, έφεραν στο φως τρία πήλινα ειδώλια, ένα πτηνό, ένα τμήμα τετραπόδου
ζώου πιθανότατα σκύλου και ένα ακέραιο που αναπαριστά έναν ίππο με αναβάτη. Επίσης βρέθηκαν μικρά ορεία από κρύσταλλο, γεγονός που φανερώνει ότι χρησιμοποιούνταν ως χάνδρες περιδέραιου. Σημαντική θεωρείται και η εύρεση ενός σφραγιδόλιθου, φακόσχημου, κατασκευασμένου από αχάτη, στον οποίο απεικονίζεται όρθια γυναικεία μορφή που κρατά κλάδους. Το συγκεκριμένο εύρημα αποτελεί μοναδικό δείγμα υψηλής ποιότητας μικρογλυπτικής αυτής της περιόδου. Άλλο ένα σπάνιο εύρημα είναι και η χάλκινη φιάλη η οποία βρέθηκε σε τάφο πρωτογεωμετρικής περιόδου με εγχάρακτη διακόσμηση γύρω από τον ομφαλό, ενώ στο κάτω χείλος φέρει εγχάρακτο το όνομα του κατόχου της.[2]

Θρησκευτική Παράδοση

Η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Τραγάνα (φωτό)

Στο βουνό πάνω από τη Τραγάνα βρίσκεται το παλιό Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Τα κελιά είναι ανακαινισμένα, ενώ υπάρχει και βρύση με συνεχή ροή νερού. Το πανηγύρι του χωριού γίνεται του Αγίου Πνεύματος (50 ημέρες μετά το Πάσχα). Την ημέρα αυτή γιορτάζει και το Μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Βορειοανατολικά της Τραγάνας στο ύψος των διοδίων βρίσκεται η εκκλησία της Αγίας Αικατερίνης που ανήκει στο Ίδρυμα της Ιεράς Μονής του όρους Σινά.

Τουρισμός-Αξιοθέατα

Υπάρχουν δύο παραλίες του χωριού. Είναι αμμώδεις. Η θάλασσα της περιοχής ενδείκνυται για ψάρεμα. Ψηλά στο βουνό βρίσκεται το μοναστήρι της Αγίας Τριάδας. Στο χωρίο αυτό βρίσκεται και η μονή της Αγίας Αικατερίνης Σινά. Στην παραλία βρίσκεται το νησί "Μητρος", το οποίο έχει αρχαιολογικά ευρήματα.

Δημοτική Ενότητα Δαφνουσίων

Οι Λιβανάτες είναι κωμόπολη του νομού Φθιώτιδας στην κεντρική Ελλάδα με πληθυσμό 2.559 κατοίκων (2011). Ανήκει στην επαρχία Λοκρίδας. Βρίσκεται 68 χλμ από τη Λαμία και αποτέλεσε έδρα του δήμου Δαφνουσίων. Από το 1999, και σύμφωνα με το Νόμο Καποδίστρια, οι Λιβανάτες ενώθηκαν με τα δύο γειτονικά χωριά Αρκίτσα και Γουλέμι και αποτέλεσαν το διευρυμένο Δήμο Δαφνουσίων, με έδρα τους Λιβανάτες. Από το 2011 με το Νόμο «Καλλικράτη» αποτελεί Δημοτική Κοινότητα του διευρυμένου Δήμου Λοκρών, με έδρα την Αταλάντη. Οι Λιβανάτες είναι κυρίως ένα αγροτικό χωριό. Η περιοχή παράγει λαχανικά, ελιές, καπνό και βαμβάκι, φασολάκια, ντομάτες, φυστίκια κ.α. Στην παραλία υπάρχει και ένα μικρό λιμάνι με αρκετές ψαρόβαρκες και διάφορα άλλα πλεούμενα.

Άποψη του λιμανιού των Λιβανατών (φωτό)

Ιστορία

Αρχαιότητα και Ελληνιστικοί Χρόνοι

Στην άκρη της πόλης βρίσκεται ο Κύνος, αρχαιολογικός χώρος στον οποίο εντοπίστηκαν, ύστερα από ανασκαφές, ερείπια του ομώνυμου αρχαίου οικισμού της Οπουντίας Λοκρίδας. Η μακραίωνη αυτή χρήση του χώρου συνιστά και μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και ανατρεπτικές παραμέτρους της ανασκαφής του Κύνου καθώς αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις οικισμού με συνεχή χρήση μέχρι και τη σύγχρονη εποχή. Βρίσκεται σε μια από τις πιο δραστήριες σεισμολογικά περιοχές της Ελλάδας εφόσον εμπίπτει στην ακτίνα δράσης του γνωστού ρήγματος της Αταλάντης που έχει δώσει στο παρελθόν πολλούς καταστροφικούς σεισμούς, μερικοί από τους οποίους μας είναι γνωστοί από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Μετά από κάθε σεισμό οι κάτοικοι δεν εγκατέλειπαν το χώρο αλλά ισοπέδωναν τα ερείπια και πάνω από αυτά έκτιζαν νέα. Σε όσες περιπτώσεις κάποια τμήματα των κτηρίων ήταν επισκευάσιμα χρησιμοποιούσαν συμπληρώνοντάς τα, όπου χρειαζόταν, για να επιτύχουν νέο χρηστικό οικοδόμημα. Αυτή η πρακτική μετά από σεισμικό επεισόδιο των μέσων του 12ου αιώνα π. Χ. απεικονίζεται ευκρινώς στα διατηρούμενα οικοδομήματα της ανασκαφής που μπορεί ο επισκέπτης να δει σήμερα.

Ο Αρχαιολογικός χώρος του Κύνου στις Λιβανάτες (φωτό)

Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω οι καλύτερα διατηρούμενες οικιστικές φάσεις στον Κύνο ανήκουν στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ΄. Περίοδο καθώς και στη μεταβατική περίοδο προς την Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, την άλλως γνωστή ως Υπομυκηναϊκή, περίοδοι που καλύπτουν το διάστημα από τα μέσα περίπου του 12ου αι. π. Χ. μέχρι τα μέσα του 11ου αι. π. Χ. Εδώ είχαν αναπτυχθεί συγκροτήματα οικιστικού και βιοτεχνικού χαρακτήρα γεγονός που επιβεβαιώνουν και τα κινητά ευρήματα της ανασκαφής. Δύο κλίβανοι, ένας κεραμικός και ένας μεταλλουργικός σωζόμενοι τμηματικά καθώς και μεγάλος αριθμός σκωριών και οστράκων αγγείων ατυχούς όπτησης συνηγορούν ότι οι κάτοικοι του οικισμού δραστηριοποιούντο στην παραγωγή κεραμικών αντικειμένων και στην μεταλλουργία κατά τον 12ο αιώνα. π. Χ.

Η κεραμική παραγωγή του Κύνου χαρακτηρίζεται από την υψηλή της ποιότητα και τον πλούτο και την πρωτοτυπία των διακοσμητικών θεμάτων φαίνεται δε ότι πολλά προϊόντα της προορίζονταν για εξαγωγή. Αυτή η κεραμική παραγωγή, κυρίως η εικονιστική, μας έχει δώσει αγγεία κοσμημένα με θέματα πρωτόφαντα για την μυκηναϊκή εικονογραφία και έχει κάνει γνωστό τον Κύνο στην παγκόσμια κοινότητα. Ο μεγάλος αριθμός υφαντικών βαρών, σφοντυλιών και κελυφών πορφυρών δείχνει ότι μία άλλη ασχολία των Κυναίων ήταν η υφαντική και η βαφική προφανώς στο πλαίσιο οικοτεχνικής οικονομίας. Αποθήκες γεμάτες πιθάρια και πιθανόν κοφίνια που περιείχαν δημητριακά και όσπρια είναι απόδειξη ότι η γεωργία αποτελούσε, όπως άλλωστε και σήμερα, βασική βιοποριστική ενασχόληση των ανθρώπων της περιοχής. Προκαταρκτική παλαιοβοτανική έρευνα φυτικών καταλοίπων της ανασκαφής, βεβαιώνει την καλλιέργεια σίτου, γονόκοκκου και δίκοκου, φακής, κουκιών, κριθαριού, λαθουριού και ελιάς.

Πιθανολογείται και η καλλιέργεια των αμπελιών κατά την μυκηναϊκή εποχή, ήταν δραστηριότητα των Οπουντίων Λοκρών της κλασικής εποχής, που παραδίδεται από την αρχαία γραμματεία και
επιβεβαιώνεται από την απεικόνιση τσαμπιού σταφυλιού και στις δύο όψεις των λοκρικών νομισμάτων. Στις επιχώσεις της ανασκαφής του Κύνου της μέσης εποχής βρέθηκαν κατάλοιπα της
πανίδας της περιοχής ή μελέτη των οποίων παρέχει χρήσιμες πληροφορίες για την τοπική οικονομία, τις διατροφικές συνήθειες και τις θρησκευτικές πρακτικές των Λοκρών. Μεταξύ των οποίων
αναγνωρίζονται μεγάλος αριθμός αιγοπροβάτων, χοίρων, ιπποειδών και μικρόσωμων αγελάδων. Οστά όνων σε αφθονία είναι παρόντα μεταξύ των οστών, οι οποίοι προφανώς χρησίμευαν για τις
μεταφορές, ενώ τα άφθονα κάθε ποικιλίας ελαφιών μαρτυρούν ότι το κυνήγι ήταν όχι, μόνον άθλημα των ευγενών αλλά και πηγή τροφής και πρώτων υλών για την βιοτεχνία και την ναυπηγική, όπως και τα λοιπά εξημερωμένα ζώα, των οποίων το δέρμα, το τρίχωμα ακόμα και τα οστά ή τα κέρατα είχαν πολλαπλή χρησιμότητα (π.χ. υποδηματοποιία, χιτώνες, θώρακες, νήματα, εργαλεία, κοσμήματα, εξαρτήματα ενδυμασίας κ.λ.π.). Λιγότερα είναι τα δείγματα από αγριογούρουνο. Η παρουσία οστών θηραμάτων είναι η έμμεση απόδειξη ότι στα τέλη της εποχής του Χαλκού υπήρχαν στην περιοχή πλούσια και πυκνά δάση απαραίτητη προϋπόθεση για την διαβίωση αγρίων ζώων. Υλοτόμοι, ξυλουργοί και λιθοξόοι συγκαταλέγονται μεταξύ των επαγγελματιών των κατοίκων του μυκηναϊκού Κύνου, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τα ανάλογα εργαλεία που συγκεντρώθηκαν κατά την ανασκαφή. Όπως αναφέρθηκε, εικάζεται ότι ο λόφος στο Πάτι ή Λουτρό, που ονομάζεται Κύνος, είναι το λιμάνι της ομώνυμης πόλης.

Η ταύτιση πρέπει να είναι ασφαλής όχι μόνον διότι τα ανασκαφικά δεδομένα την υποστηρίζουν, όπως και η θέση του οικισμού, αλλά και τα λείψανα λιμενικών εγκαταστάσεων που έχουν εντοπισθεί πρόσφατα και στη θάλασσα και στη ξηρά. Οι οχυρωμένες λιμενικές εγκαταστάσεις δεν είναι άγνωστες στη Μεσόγειο κατά την Αρχαιότητα και μία τέτοια πρέπει να αποτελούσε και ο Κύνος. Ο μόλος και ο πύργος του είναι οικοδομημένοι κατά το ίδιο ισόδομο σύστημα τειχοποιίας που εφαρμόστηκε και στην οχύρωση του οικισμού και κατά συνέπεια χρονολογείται στα τέλη του 4ου π. Χ. Βέβαια οι ορατές λιμενικές εγκαταστάσεις δεν ανήκουν στην μυκηναϊκή εποχή, με βάση όμως μια αρχή ισχύουσα διαχρονικά, σύμφωνα με την οποίαν η χρήση ενός χώρου δεν μεταβάλλεται σε μάκρος χρόνου χωρίς λόγο, εφόσον αυτός εξυπηρετεί τους σκοπούς για τους οποίους επιλέχθηκε και οργανώθηκε εξ αρχής, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι και κατά την μυκηναϊκή περίοδο τα μέχρι στιγμής γνωστά αρχαιολογικά στοιχεία εδώ ήταν το κύριο λιμάνι της περιοχής. Ο Κύνος λοιπόν είναι ιδιαίτερα σημαντικός διότι μας παρείχε αδιάψευστα στοιχεία για την εξέλιξη του πολιτισμού στην Κεντρική Ελλάδα κατά το κρίσιμο διάστημα του τέλους της Εποχής του Σιδήρου, στοιχεία τα οποία ανοίγουν νέες ερμηνευτικές δυνατότητες για την ιστορία ολόκληρου του Ελληνικού Πολιτισμού την ίδια εποχή. Η πρώιμη αυτή φάση δεν είχε μεγάλη διάρκεια σύμφωνα με αρχαιολογικά δεδομένα που καταγράφονται εκεί και καταστρέφεται σύντομα ίσως και από φυσικά αίτια. Ο χώρος αμέσως ανοικοδομείται τα δε οικοδομικά λείψανα που αποκαλύφτηκαν κατά την ανασκαφή δεν ήταν μεν εκτεταμένα διατηρούν όμως πληροφορίες σχετικά με το είδος των δραστηριοτήτων που ανέπτυξαν οι κάτοικοι την περίοδο αυτή που έχει καθιερωθεί να ονομάζεται Πρωτογεωμετρική Εποχή. Και στα δύο αυτά στάδια της Εποχής του Σιδήρου από τα ευρήματα συνάγεται ότι οι κάτοικοι διατηρούν τις ίδιες ασχολίες και συνήθειες και έχουν τις ίδιες πηγές βιοπορισμού δηλ. την γεωργία, την αλιεία, την κτηνοτροφία. Μεταξύ Πρωτογεωμετρικής Εποχής και των ελληνιστικών χρόνων η κατοίκηση του Κύνου και η ανθρώπινη δραστηριότητα δεν σταμάτησαν, το γεγονός όμως δεν αποδεικνύεται από κτηριακά κατάλοιπα, αλλά μόνον από όστρακα των κλασσικών, αρχαϊκών και ύστερων γεωμετρικών που συγκεντρώθηκαν στις επιχώσεις της ανασκαφής. Αυτό οφείλεται στην επιμελή ισοπέδωση και απομάκρυνση των μπαζών της επιδρομής του Σύλλα (Σύλλας), ο οποίος όπως αναφέρουν οι αρχαίες πηγές κατέστρεψε τις παράλιες πόλεις των Λοκρών (86/87π.Χ.). Αυτή άλλωστε ήταν και η αιτία καταστροφής του οχυρωματικού περιβόλου οι κατώτεροι δόμοι του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα.

Η οχύρωση του Κύνου που διέτρεχε την κορυφή του λόφου και κατέληγε και στο μόλο εικάζεται ότι κατασκευάστηκε στο τέλος του 4ου π.Χ. αι. στο πλαίσιο του αμυντικού σχεδιασμού του Δημητρίου του Πολιορκητή. Παρά την καταστροφή αμέσως μετά ο λόφος ισοπεδώνεται και κατοικείται προφανώς διότι η χρησιμότητα της θέσης αφενός ως καίριου ναυτιλιακού κόμβου αφετέρου ως σημαντικού σημείου ελέγχου των βασικών αξόνων της Λοκρίδας, θαλασσίων και επιγείου, υπαγόρευε την επανοικοδόμησή του. Τα οικοδομικά λείψανα της περιόδου δείχνουν ότι ανήκουν σε συγκρότημα κατοικίας ή κατοικιών, πιθανώς μιας villa maritima με πολλαπλή χρήση. Τα κινητά ευρήματα της ρωμαϊκής περιόδου συνίστανται κυρίως σε αγγεία αποθηκευτικού ή οικιακού χαρακτήρα, όπως μαγειρικά σκεύη, άβαφοι αμφορείς, λυχνάρια, πινάκια κ.λ.π. υφαντικά βάρη και πήλινα σφονδύλια μάρτυρες οικιακής οικοτεχνίας (παραγωγή υφασμάτων), αλιευτικά βάρη, τμήμα καλύπτρας κυψέλης, ιγδία (γουδιά) και τριβεία αποφλοίωσης δημητριακών και οσπρίων καθώς και τριβεία μεταλλευμάτων και πολλά σιδερένια καρφιά. Τα κινητά ευρήματα σκιαγραφούν μερικές από τις κύριες βιοποριστικές ασχολίες των κατοίκων όπως αλιεία, γεωργία, μεταλλουργία, ξυλουργικές και οικοδομικές δραστηριότητες. Μια άλλη απασχόληση, το εμπόριο, βεβαιώνεται από τα νομίσματα χάλκινα κατά κύριο λόγο, η ποικιλία προέλευσης των οποίων μας δείχνει το εύρος των εμπορικών σχέσεων των Κυναίων. Η τελευταία αυτή δραστηριότητα, το εμπόριο, επιβεβαιώνεται και από την παρουσία ενός σπάνιου ευρήματος. Πρόκειται για ένα εξάρτημα ζυγαριάς (σταθμίο) από χαλκό σε μορφή προτομής Αθηνάς με περικεφαλαία και αιγίδα.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Θραύσμα αγγείου από τον Κύνο που αναπαριστά ναυμαχία. Αποτελεί το πρώτο χρονολογικά εύρημα, σε παγκόσμια κλίμακα, που παρουσιάζει αυτό το θέμα. Φιλοξενείται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αταλάντης (φωτό)

Ο οικισμός του Κύνου εντοπίζεται στην παραλία των Λιβανατών, όπου σύμφωνα με την ανασκαφή, ο χώρος κατοικούνταν από τη Νεολιθική εποχή ως τους βυζαντινούς χρόνους. Εκτείνεται σε χαμηλό λόφο που βρίσκεται στη θέση Πύργος, στην παραλία Λιβανατών, 3 χλμ. ΒΑ της ομώνυμης σύγχρονης πόλης. Το ύψωμα έχει από το 19ο αιώνα ταυτιστεί με την ομηρική πόλη Κύνος. Ο οικισμός του Κύνου, είναι ο μόνος της εποχής του χαλκού που έχει εντοπιστεί και μερικώς ερευνηθεί συστηματικά στη Λοκρίδα. Η διερεύνηση του λόφου έδειξε ότι αυτός σχηματίστηκε από τις επιχώσεις των αλλεπαλλήλων στρωμάτων κατοίκησης ενώ τα σωζόμενα ορατά λείψανα ανήκουν στην ύστερη εποχή του Χαλκού. Πρόκειται για συγκρότημα αποθηκών και εργαστηρίων που κτίστηκαν κατά την πρώιμη Υστεροελλαδικής περιόδου. Σώζονται σε πολλά σημεία σε ύψος μέχρι και 2 μ., και αποτελούν σήμερα το καλύτερα σωζόμενο δείγμα πλινθοκατασκευής της Μυκηναϊκής εποχής. Κάτω από τα οικοδομικά λείψανα της υστεροελλαδικής εποχής ανασκάφηκαν συνολικά πέντε τάφοι Μεσοελλαδικής περιόδου. Οι τάφοι ήταν κιβωτιόσχημοι με πλευρές από όμοιες μονόλιθες αδροκομμένες ασβεστολιθικές πλάκες στερεωμένες με βύσματα από μικρούς λίθους ενώ το δάπεδο τους ήταν στερεωμένο με βότσαλα. Τα κτερίσματα από τους τάφους ήταν φτωχά καθώς οι νεκροί στον Κύνο θάβονταν κατά κύριο λόγο «ακτέριστοι». Σε έναν νεκρό είχε δοθεί ένα πήλινο σφονδύλι, σε άλλον ένα όστρεο, σε άλλον μία λεπίδα οψιανού. Κατ’ εξαίρεση σε μια ταφή, ανάμεσα στα κόκαλα του νεκρού, βρέθηκε ένα χάλκινο σκουλαρίκι και ένας μικρός μινύειος αμφορίσκος με χάραγμα από τεφρό πηλό. Σε έναν άλλο τάφο βρέθηκαν τέσσερα αγγεία τοποθετημένα γύρω από το ανώτερο τμήμα του κορμού του νεκρού. Τα αγγεία αυτά ανήκουν σε γνωστούς τύπους της Μεσοελλαδικής περιόδου και παρόμοια τους έχουν βρεθεί και σε άλλα σημεία του ελλαδικού χώρου, βόρεια και νότια της ανατολικής Λοκρίδας. Σημαντικότερα μεταξύ των κινητών ευρημάτων αποτελούν όστρακα από κρατήρες καθώς και μια σειρά από πήλινα ειδώλια πλοίων. Τα όστρακα από τα αγγεία και τα ειδώλια βρέθηκαν όλα στις επιχώσεις που δημιουργήθηκαν κατά την πρώτη καταστροφή του οικισμού από σεισμό στα μέσα του 12ου αι. π.Χ..
Στο πρώτο τμήμα κρατήρα που αποκαλύφθηκε εικονίζεται ένα πλοίο, που αντιστοιχεί στην ομηρική περιγραφή των πλοίων των Αχαιών. Τέσσερα ακόμη όστρακα ισάριθμων κρατήρων, στα οποία
αναγνωρίζονται παραστάσεις ίδιας θεματολογίας, καθιστούν τον Κύνο πολύτιμη πηγή πληροφοριών για την αρχαία ναυπηγική. Ανάμεσα σε αυτά ξεχωρίζει ένα παιδικό παιχνίδι ,πήλινο πλοιάριο που είχε ρόδες για να κυλάει, το οποίο αποτελεί το πρώτο και μοναδικό μέχρι στιγμής δείγμα παιδικού παιχνιδιού στη Μυκηναϊκή Ελλάδα. Στη θέση Ρούστιανα, βορειοδυτικά του σημερινού οικισμού των Λιβανατών, υψώνεται οχυρωμένη ακρόπολη με κυκλώπειας τειχοδομίας οχύρωση. Από επιφανειακές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή από την ομάδα του Πανεπιστημίου CHELP, συγκεντρώθηκαν επιφανειακά όστρακα μυκηναϊκών αγγείων της Υστεροελλαδικής περιόδου.

Μετά Χριστόν Εποχή

Βυζαντινοί χρόνοι - Καταλανοκρατία - Ενετοκρατία - Έλευση Αρβανιτών

Η Βυζαντινή περίοδος εκπροσωπείται από τα κατάλοιπα ενός Πύργου με περίβολο η προφανής λειτουργία του οποίου ήταν ως φυλάκιο. Οι διατηρούμενοι τοίχοι διακρίνονται σχεδόν επιφανειακά
και από ταπεινές επιχώσεις που τους κάλυπταν συγκεντρώθηκαν κυρίως όστρακα άβαφων μεγάλων αγγείων μεταφοράς και αποθήκευσης υγρών λυχναριών, πινακίων κ.λ.π. καθημερινής χρήσης σκευών. Η κατοίκηση του τόπου φαίνεται πως διακόπτεται τον 5ο-6ο μ.Χ. αιώνα, με πιθανότερο λόγο την εισβολή ποικίλων Σλαβικών φύλων που κατά τον 6ο μ.Χ. αιώνα άρχισαν να εισχωρούν στη Χερσόνησο του Αίμου. Η ύπαρξη αρκετών σλαβικών τοπωνυμίων στην ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας, όπως τα Ζέλι, Κολάκα, Μπέλεσι, Ράντο, Βελίτσα και άλλα, όπως αυτά μας μαρτυρούνται μέσω των φορολογικών καταγραφών κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Κατοχής, φαίνεται πως αποτελούν τον αμυδρό απόηχο της σλαβικής εισβολής και εγκατάστασης που έλαβε χώρα στο δεύτερο ήμισυ της πρώτης μ.Χ. χιλιετίας. Έκτοτε και μέχρι την περίοδο της Καταλανοκρατίας και της Ενετοκρατίας έχουμε ελάχιστες έως καθόλου πληροφορίες αναφορικά με τα όσα διαδραματίσθηκαν στην περιοχή. Είναι λίγο μετά το 1350 μ.Χ. όταν μετά από πρόσκληση του Καταλανού άρχοντα Ραμόν ντε Βιλλανόβα έχουμε εγκατάσταση Αρβανιτών στην περιοχή της Ανατολικής Λοκρίδας και συγκεκριμένα στα χωριά Λιβανάτα, Τραγάνα, Προσκυνά, Μάζι, Μαλεσίνα και Μαρτίνο, με σκοπό την φρούρηση του περάσματος που ενώνει τη Φθιώτιδα με τη Βοιωτία. Ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο τα χωριά αυτά προϋπήρχαν ή δημιουργήθηκαν με τον ερχομό των Αρβανίτικων οικογενειών στην περιοχή. Ο μορφολογικός τύπος του τοπωνυμίου της Λιβανάτας, όντας εκ των πλέον κοινών που χρησιμοποιούνται στην αλβανική γλώσσα μέχρι και τις ημέρες μας, πιθανώς να δημιουργήθηκε από το  όνομα αρχηγικής παλαιάς φάρας/οικογενείας, εκ των πρώτων που εποίκισαν τον τόπο κατά την περίοδο εκείνη. Εξάλλου, κατά παρόμοιο τρόπο φαίνεται πως σχηματίστηκαν τα τοπωνύμια τόσο του Μαρτίνου (πιθανότατα λόγω του αρχηγού φάρας Μαρτίνο Μουζάκι) όσο και της Μαλεσίνας (από έναν εκ των πρώτων εποικιστών με την επωνυμία Μαλέσι).

Οθωμανική κυριαρχία - Επανάσταση 1821

Το στοιχείο που καθόρισε την διαχρονικότητα και τις τύχες του Κύνου, ήταν αφενός η στρατηγική θέση πάνω σε δύο σημαντικούς άξονες επικοινωνίας στο κέντρο του κορμού της Ηπειρωτικής Ελλάδας, έναν επίγειο και έναν θαλάσσιο, ο έλεγχος των οποίων επιτυγχανόταν απρόσκοπτα, και αφετέρου η ύπαρξη εδώ ενός λιμανιού, που διευκόλυνε την ναυσιπλοΐα, το εμπόριο και την εκμετάλλευση του θαλάσσιου πλούτου του Βόρειου Ευβοϊκού. Οι Λιβανάτες είναι γνωστές και ως πατρίδα του Ανδρίτσου. Το 1740 γεννήθηκε εκεί ο Ανδρέας Βερούσης ή Ανδρίτσος, ο πατέρας του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Η καταγωγή του πατέρα του ήρωα της ελληνικής επανάστασης, Οδυσσέα Ανδρούτσου, (Ανδρέας Ανδρίτσος ή Βερούσης) ήταν από τις Λιβανάτες - υπάρχει ένα μνημείο για τον Ανδρέα Ανδρίτσο στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ήταν οπλαρχηγός των Ελλήνων και σύμμαχος του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Λάμπρος Κατσώνης με τον μικρό του στόλο και ο Ανδρίτσος με 500 παλικάρια του έφεραν μεγάλη αναστάτωση στους Τούρκους κατά την αποτυχημένη επιχείρηση του Κατσώνη εναντίον των Τουρκών, στο τέλος του 18 αιώνα. Ο Ανδρίτσος ήταν περίφημος αρματολός, ο οποίος μαζί με τον Λάμπρο Κατσώνη πέτυχε θριάμβους κατά των Τούρκων, το 1793 όμως τον συνέλαβαν οι Ενετοί και τον παρέδωσαν στις τουρκικές αρχές, οι οποίες τον μετέφεραν στην Κωνσταντινούπολη, όπου τον θανάτωσαν με βασανιστήρια. Ο Αργύρης Φιλιππίδης από τις Μηλιές του Πηλίου, γεννημένος περί τα 1760, περιηγητής της Ελλάδας και της περιοχής της Ανατολικής Λοκρίδας αναφέρει στις εντυπώσεις που κατέγραψε από την 1η Ιουνίου μέχρι την 15η Οκτωβρίου 1815 σε βιβλίο του με τον τίτλο «Γεωγραφία μερική» ότι: «…έως μια ήμισυ ώρα από το Ταλάντι, από τη θάλασσαν ένα τέταρτο της ώρας και λιγότερο είναι οι Λιβανάτες. Χωριό έως εξήντα σπίτια κατοικημένα από Χριστιανούς. Λιβανάτες, πατρίς εκείνου του ήρωα αρχιληστή Ανδρίτζου, οπού εις τούτον τον αιώνα τον έτρεμε όλη η Βοιωτία και Ελλάς. Εδώ οι εγκάτοικοι είναι όλοι μεγαλόσωμοι και γερής κράσεως και είναι κόκκινοι ωσάν το μήλον. Έχουν ένα
αέρα καθαρό, νερό κάλλιστο, ο τόπος ανοιχτός, έχουν πρόβατα και γίδια αρκετά από τα χωρία του Ταλαντίου περισσότερα. Κάμνουν σιτάρι και κριθάρι πολύ και παστρικό και είναι σήμερον
κυβερνημένοι καλά. Κάμνουν και βαμβάκι, κρασί όμως ολίγον, όσον πίνουν. Υπόκειται εις τα εκκλησιαστικά υπό τον, την εξουσία από το Ταλάντι. Οι Λιβανάτες ανέδειξαν 18 αγωνιστές της Επανάστασης του 1821, τους: Αγγελή Δημήτριο, Βέργου Γεώργιο, Γεωργίου Ανέστη, Ιωάννου Αντώνιο, Καραλύμπα Ιωάννη, Κατσαρό Κυριάκος, Κώνστα Λουκά ή Ψευτούρα, Μήτζιου Παναγιώτη ή Τσιώτης, Μήτρου Λουκά, Μιχάλη ή Μιχαλόπουλο Αγγελή, Μουγκό Γεώργιο, Νικολάου Βερούση (πρώτος ξάδερφος του Οδυσσέα Ανδρούτσου), Παπαθεοδοσίου Γιαννάκη, Πολυμερόπουλο Δημήτριο, Σταμπουλοτά Νίκο, Στεργίου Δήμο, Στεριανό ή Στεργίου Μακρή και Τσέλικα Ιωάννη. Το 1825 ο Οδυσσέας Ανδρούτσος, ο ήρωας της μάχης της Γραβιάς, με 600 Αλβανούς βαδίζει προς
Λιβανάτες όπου από την 31η Μαρτίου έως την 1η Απριλίου, δίνει μάχη κατά του Γκούρα και Ρούκη.

Τελικά σημειώνεται ότι η σύλληψη του Οδυσσέα Ανδρούτσου έγινε στους Λιβανάτες. Όταν ο Ανδρούτσος διαφώνησε με την κυβέρνηση, ήλθε με τους άνδρες του στους Λιβανάτες. Τα στελέχη της
κυβέρνησης, με αρχηγό τον Γκούρα, άλλοτε πρωτοπαλίκαρο του Ανδρούτσου, τον ακολούθησαν, τον περικύκλωσαν στο υπάρχον έως σήμερα μοναστήρι της Αγίας-Σωτήρας της Βολιβούς και τον
συνέλαβαν. Στη συνέχεια τον φυλάκισαν στην Ακρόπολη των Αθηνών, όπου και τον δολοφόνησαν, ρίχνοντας τον στο γκρεμό. Μεταγενέστερα η Ελληνική Πολιτεία κατέταξε τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην «ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΛΕΚΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΟΥ 1821» όπως τον Κολοκοτρώνη, Καραϊσκάκη κ.α. με το αιτιολογικό όμως ότι δεν τον πρόδωσε, αλλά συνθηκολόγησε με τον εχθρό.

Μετεπαναστατική περίοδος - Νεότεροι χρόνοι

Τον Απρίλιο του 1894 κατά την διάρκεια καταστροφικού σεισμού οι Λιβανάτες πρωτεύουσα του Δήμου Δαφνουσίων με 1021 κατοίκους είχε απώλειες με 5 θανάτους και 20 τραυματισμούς κατοίκων της.

Στη διάρκεια της κατοχής οι ντόπιοι ονόμασαν το τόπο «Καναδά» για την πλούσια παραγωγή, λόγω του εύφορου εδάφους που έχει και γιατί στην κατοχή έσωσε πολλούς Αθηναίους από την πείνα. Σιτάρι, γεώμηλα, ρεβίθια, βαμβάκι, αλλά και κηπευτικά παράγονται σε αφθονία. Ο Ζ. Πρωτόπαπας, το 1952, αναφέρει για τις Λιβανάτες: «Οι Λιβανάτες απέχουν από την Αταλάντη
οχτώ χιλιόμετρα. Το Αταλαντονήσι και ο Οπούντιος κόλπος συνθέτουν φαντασμαγορική εικόνα για τον επισκέπτη της παραλίας του χωριού. Ο ταξιδιώτης ερχόμενος από Αταλάντη και μετά το «Αλαργινό» ποτάμι, το οποίο στενεύει το καλοκαίρι και την περιοχή «Βερίκι», περνά το «Ρέμα Φαρμάκη» και φθάνει στις Λιβανάτες (ή Λιβανάτα) με 1970 κατοίκους. Η Σκάλα Λιβανατών χρησιμεύει για την προσέγγιση μικρών καϊκιών. Μια βενζινάκατος εκτελούσε δρομολόγια Λιβανατών – Αιδηψού το καλοκαίρι.».

Τουρισμός – Αξιοθέατα - Ήθη και έθιμα – Θρησκευτική παράδοση

Η θέα από τον λόφο του Αγ.Ιωάννη, κοντά στον Κύνο (φωτό)

Οι Λιβανάτες έχουν τρεις παραλίες, την Κυανή Ακτή, η οποία βρίσκεται στην παραλία των Λιβανατών (γύρω στο 1-1,5 χιλιόμετρα από την πλατεία του χωριού) και τις παραλίες Σχοινιά και Αϊ-Γιάννης. Και οι τρεις αυτές παραλίες έχουν τιμηθεί με την Γαλάζια Σημαία, από το υπουργείο περιβάλλοντος, χαρακτηριστικό ως κατάλληλες για κολύμβηση. Οι κάτοικοί της ασχολούνται με την γεωργία την κτηνοτροφία και τον τουρισμό. Το 1979 ιδρύεται ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λιβανατών «Οδυσσέας Ανδρούτσος». Ο τίτλος του συλλόγου σκοπό έχει να τιμήσει τον γνωστό ήρωα της ελληνικής επανάστασης που καταγόταν από την περιοχή. Ταυτόχρονα το περιεχόμενο των ποικίλων εκδηλώσεων που διοργανώνει στόχο έχει την πνευματική ανέλιξη των κατοίκων. Χορευτικές παραστάσεις, χοροεσπερίδες, ημερίδες κλπ διατηρούν την πολιτιστική κληρονομιά του τόπου. Επίσης ο Σύλλογος Γυναικών Λιβανατών «Η Πύρρα», προβάλλει, προωθεί και αναδεικνύει το ρόλο της γυναίκας στη σημερινή κοινωνία καθώς και τα θέματα που την απασχολούν μέσω των συχνών δραστηριοτήτων του. Άλλα αξιοθέατα είναι μικρή Βυζαντινή εκκλησία Άγιοι Θεόδωροι, και ο Ιερός ναός της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα. Οι άγιοι που τιμώνται στην περιοχή με σημαντικές και πολυήμερες εκδηλώσεις είναι η Αγία Κυριακή (7/7) και οι Άγιοι Θεόδωροι (δεύτερη Κυριακή της Αποκριάς) οπότε και παραδοσιακοί χοροί με παραδοσιακές ενδυμασίες της Λιβανάτας λαμβάνουν χώρα συνήθως στην πλατεία του χωριού.

Των Αγίων Θεοδώρων εορτάζεται το παλαιότερο πανηγύρι του χωριού. Η μέρα εορτής των δυο στρατιωτικών Αγίων είχε ιδιαίτερη σημασία για τους κατοίκους των Λιβανατών. Όπως μας
πληροφορούν οι παλαιότεροι, πολλά μέλλοντα ζευγάρια συνήθιζαν να ανταλλάσσουν λόγο εκείνη την ημέρα, και η συμμετοχή των νέων στον τελετουργικό χορό της πλατείας αποτελούσε δέσμευση ενώπιον της τοπικής κοινωνίας. Από τις αρχές τους 20ού αιώνα καθιερώθηκε και ο εορτασμός πανηγυριού ανήμερα της Αγίας Κυριακής.

Αξιόλογοι Λιβαναταίοι

Ανδρέας Ανδρούτσος, πατέρας του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 Οδυσσέα Ανδρούτσου

Η Αρκίτσα είναι παράλιος οικισμός του Νομού Φθιώτιδας με υψόμετρο 40 μ. και πληθυσμό 840 κατοίκους κατά την Ελληνική Απογραφή 2011. Αποτελεί αναγνωρισμένο τουριστικό θέρετρο, γνωστό για τις παραλίες του με τα καθαρά νερά του και το περιβάλλον του. Βρίσκεται στο νοτιοανατολικό τμήμα του νομού, στην ακτή της τέως Επαρχίας Λοκρίδας επί τουΒόρειου Ευβοϊκού κόλπου. Υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Λοκρών, με έδρα την Αταλάντη. Παλαιότερα στην Αρκίτσα υπαγόταν και ο συνοικισμός Μελιδόνι. Απέχει 10 χιλιόμετρα από την Αταλάντη 150 χιλιόμετρα από την Αθήνα. Το λιμάνι της συνδέει με φέρι μποτ την Κεντρική Ελλάδα με τη Βόρεια Εύβοια (Αρκίτσα – Λουτρά Αιδηψού) και εμφανίζει μεγάλη κίνηση όλες τις εποχές του χρόνου.

Ιστορία - Αρχαιολογικά ευρήματα

Η περιοχή της Αρκίτσας ταυτίζεται με το σημείο που βρισκόταν η αρχαία Αλόπη. Η Αλόπη ήταν χτισμένη στη σημερινή θέση Μελιδόνι στο 157ο χιλιόμετρο Εθνικής οδού Αθηνών – Λαμίας, ανάμεσα στις Λιβανάτες και τον Άγιο Κωνσταντίνο. Η απόσταση από Λιβανάτες (αρχαίος Κύνος) μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο (αρχαίος Δαφνούντας) είναι 18 -19 χιλιόμετρα, τόση όση αναφέρει 
και ο Στράβων (Θ. 4.3.) Στο παρελθόν είχαν γίνει ανασκαφές με την εποπτεία του Αναστάσιου Ορλάνδου, εκεί όπου σήμερα υπάρχουν τα ερείπια της Αγίας Αικατερίνης και ανακαλύφθηκαν αρκετά ευρήματα αρχαίων χρόνων. Ακόμη και σήμερα ανακαλύπτονται αρχαιολογικά ευρήματα στο σημείο αυτό με τις εκσκαφές που γίνονται για την παρακαμπτήριο της Εθνικής οδού. Βρέθηκε πόλη των ύστερων Ελληνιστικών χρόνων και της Ρωμαϊκής περιόδου καθώς και μεγάλο μέρος της οχύρωσής της. Η Αλόπη και το Θρόνιο κατά το πρώτο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου (431-430) είχαν καταληφθεί από τον Αθηναίο στρατηγό Κλεόπομπο του Κλεινίου (Θουκυδίδης.2.26), πράγμα που σημαίνει ότι υπήρχε η πόλη στην Κλασσική εποχή. Εκτός της Λοκρικής Αλόπης υπήρχαν και άλλες πόλεις με το ίδιο όνομα, όπως αναφέρει ο Στέφανος Βυζάντιος. 

Όλοι οι οικισμοί της Λοκρικής Αλόπης είναι παραθαλάσσιοι, οι κάτοικοί τους αγρότες, έμποροι και ναυτικοί και η κοινωνική οργάνωση ήταν ιεραρχημένη. Είναι εμφανείς οι επιρροές από την υπόλοιπη Ηπειρωτική Ελλάδα και τα νησιά σε διάφορες ασχολίες των κατοίκων κυρίως όμως στην κεραμική τέχνη. Πριν την Μυκηναϊκή περίοδο στην περιοχή παρατηρήθηκαν καταστροφές οικισμών, στασιμότητα, επιστροφή στη γεωργία, πολιτισμική απομόνωση λόγω πιθανής εισβολής ελληνικών φύλων από τη Θεσσαλία. Την Μυκηναϊκή περίοδο οι κάτοικοι ασχολούνταν με την αλιεία, την κτηνοτροφία και την γεωργία (σιτάρι, δημητριακά, όσπρια, ελιές, σταφύλια, κρασί). Την Πρωτογεωμετρική περίοδο (10ος αιώνας-8ος αιώνας π.Χ.) έχουμε αλλαγή στα ταφικά έθιμα, 
επιρροές στην τέχνη από Αττική, Κόρινθο, Εύβοια και Θεσσαλία), μαζική παραγωγή αγγείων και άνθηση της μεταλλουργίας (όπλα και χρυσά κοσμήματα). Η κοινωνία την εποχή αυτή είναι πολυταξική με διαφορετικές ασχολίες των εκπροσώπων της κοινωνικής ιεραρχίας, η δε θέση της γυναίκας υψηλή και σημαντική εντός αυτής. Οι ασχολίες του λαού με το εμπόριο και τη ναυτιλία, έχουν ως αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας εύπορης τάξης της αστικής τάξης. Τον 4ο μ.Χ. αιώνα χρονολογείται η ανέγερση της εκκλησίας Αγία Αικατερίνη στη θέση «Μελιδόνι» κοντά στην ομηρική πόλη «Αλόπη». Λείψανα αυτής σώζονται μέχρι σήμερα. Η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιήθηκε το 1929 από τον Αναστάσιο Ορλάνδο στην εν λόγω περιοχή της Αρκίτσας, αποκάλυψε τα ερείπια μιας τρίκλιτης παλαιοχριστιανικής βασιλικής με προεξέχον εγκάρσιο κλίτος. Το κεντρικό και εγκάρσιο κλίτος και το ιερό κοσμούνταν με ψηφιδωτά δάπεδα που διαιρούνταν σε
διάχωρα με γεωμετρικά κυρίως μοτίβα και πλαισιώνονταν από ελισσόμενους φυτικούς βλαστούς. Κοντά στο ιερό βήμα υπήρχε ψηφιδωτή αφιερωματική επιγραφή με τα ονόματα των δωρητών
Ευγενίου και Διονυσείας.

Η εκκλησία του Άγιου Γεώργιου στην πλατεία της Αρκίτσας (φωτό)

Διασώθηκαν τμήμα του μαρμάρινου αρχιτεκτονικού διακόσμου του ναού, όπως ιωνικά κιονόκρανα με χωριστά επιθήματα και τμήματα του μαρμάρινου φράγματος του ιερού. Με βάση τα ψηφιδωτά δάπεδα και το μαρμάρινο διάκοσμο η βασιλική χρονολογήθηκε στα τέλη του 4ου ή, το πιθανότερο, στις αρχές του 5ου αιώνα. Στο δυτικό τμήμα της υπήρχε προστώο αίθριο πλαισιωμένο από προσκίσματα στη βόρεια και νότια πλευρά και πρόπυλο στα δυτικά. Η βασιλική διέθετε βαπτηστήριο με προαύλιο οίκο και φωτηστήριο, στο εσωτερικό του οποίου αποκαλύφθηκε ωοειδής κολυμβήθρα με δύο κλίμακες επενδεδυμένη με λευκά μαρμάρινα πλακίδια. Βόρεια του βαπτηστηρίου υπήρχε πιθανότατα το διακονικό, ενώ τα δυο προσκτίσματα της βόρειας πλευράς ήταν αποθηκευτικοί χώροι για τις προσφορές των πιστών. Το δάπεδο του πρόπυλου κοσμούσε ψηφιδωτό με επιγραφή του δωρητή Γερόντιου. Η ανασκαφή του αιθρίου έφερε στο φως θραύσματα αρχιτεκτονικών μελών,  χάλκινα νομίσματα και αρκετή κεραμική. Ξεχωρίζει ένα σπάνιο λυχνάρι με παράσταση αυτοκράτορα που φέρει χώρο και ένσταυρη ράβδο. Η
βασιλική που μέσα στον ο αιώνα δέχθηκε μερικές προσθήκες και επισκευές, φαίνεται ότι εγκαταλείφθηκε οριστικά στα τέλη του 6ου αιώνα, αφού είχε υποστεί σημαντικές καταστροφές,
πιθανόν από επιδρομή και λεηλασία. Στα ΝΔ της βασιλικής και σε μικρή απόσταση αποκαλύφθηκε εν μέρει ένα κτηριακό συγκρότημα σύγχρονο προς αυτή από την ανασκαφή του προήλθε μεγάλος αριθμός νομισμάτων, λύχνων με σταυρούς και οικιακών σκευών. Πιθανόν το κτήριο αυτό να σχετίζεται με το εκκλησιαστικό μνημείο, απαιτείται όμως η ολοκλήρωση της έρευνας για τον ασφαλή καθορισμό της χρήσης του. Μερικές δεκάδες μέτρα δυτικότερα αποκαλύφθηκε τμήμα λουτρικού συγκροτήματος που διατηρείται σε αρκετό ύψος. Το ορατό τμήμα ανήκει πιθανόν στο χώρο των φούρνων (praefurnium) και στην αίθουσα του θερμού (caldarium). Από τα στοιχεία αυτά και την ύπαρξη άφθονης κεραμικής σε όλη την πλαγιά νότιας της βασιλικής, συμπεραίνει κανείς ότι στη θέση του σημερινού οικισμού Λιόση και ακριβώς δίπλα στο λόφο της αρχαίας πόλης Αλόπης, άκμασε για δύο τουλάχιστον αιώνες μια χριστιανική πόλη  το όνομα της οποίας δεν έχει διασωθεί.

Ο φάρος της Αρκίτσας (φωτό)

Η μέση βυζαντινή περίοδος πρέπει να ήταν μια εποχή άνθησης για την περιοχή της Λοκρίδας. Αυτό μαρτυρείται από τα σωζόμενα μνημεία, αλλά και τα διάσπαρτα λείψανα, νομίσματα, αρχιτεκτονικά μέλη και επιφανειακή κεραμική που έχουν αποκαλυφθεί σε διάφορες περιοχές. Τα στοιχεία αυτά αποδεικνύουν την ύπαρξη κατοίκησης, που όμως δεν έχει διαπιστωθεί ανασκαφικά έως σήμερα. Ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης από τις Μηλιές του Πηλίου, αναφέρει στις εντυπώσεις του που κατέγραψε από 1η Ιουνίου μέχρι 15 Οκτωβρίου 1815 σε βιβλίο του με τον τίτλο «Γεωγραφία μερική»: «από το Ταλάντι έρχεσαι δυτικά του κόλπου, έως και μια ώρα και παραπάνω ευρίσκεται αριστερά αυτού άλλο χωριό πηγαίνοντας εμπρός, την Αρκίτζα. Και αυτό κατοικημένο από Χριστιανούς. Έχει έως σαράντα σπίτια και παραπάνω. Έχουν και εδώ πρόβατα και γίδια αρκετά. Κάμνουν σιτάρι, κριθάρι, ωσάν τις Λιβανάτες, παστρικό και καλό. Οι άνθρωποι εδώ εις την υγεία του σώματος είναι απαραλλάκτως ωσάν τις Λιβανάτες. Υπόκειται εις την εξουσία και εκκλησία εκ του Ταλάντι».  Στην Επανάσταση του 1821 η Αρκίτσα ανέδειξε τους αγωνιστές: Αθανασίου Γκόλφη, Βασιλείου Αργύρη, Γεωργίου Ηλία, Δημητρίου Αναστάσιο, Δημητρίου Γιοβάνης, Μοσχολιό Λουκά και Γκόλφη Αθανάσιο. Στο ακρωτήρι «Κύνιον» κτίστηκε το 1906 ο Φάρος της Αρκίτσας (γνωστός επίσης και ως "φανάρι της Αρκίτσας"). Η αρχική αναγνώριση της Αρκίτσας ως Κοινότητας έγινε το 1912 και προήλθε από τον Δήμο Δαφνουσίων. Αρχικά αποτελούνταν από τους συνοικισμούς Αρκίτσα και Μελιδόνι και ο πληθυσμός το 1920 ανερχόταν σε 392 κατοίκους στην Αρκίτσα και 66 στο Μελιδόνι. Κατά την απογραφή του 1961 η Αρκίτσα είχε 711 κατοίκους, ενώ στην απογραφή του 1991 έφτασε τους 913.

Τουρισμός - Ήθη - Έθιμα

Στην Αρκίτσα μπορεί κανείς να βρει κάθε λογής φρέσκα ψάρια, χταπόδια και άλλα θαλασσινά που αλιεύονται στον Ευβοϊκό κόλπο. Επίσης περιβάλλεται από αρκετές παραλίες και κολπίσκους
κατάλληλους για κολύμβηση όπως Λιβρίχιο, Σουβάλα, Κέδρος και την ίδια την παραλία της Αρκίτσας.

Ήθη - Έθιμα

Την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου πραγματοποιούνται στο λιμάνι της Αρκίτσας πολιτιστικές εκδηλώσεις από τον Πολιτιστικό σύλλογο Αρκίτσας ΚΛΕΙΔΩΝΑ. Από το 2000 και μετά, διοργανώνεται φεστιβάλ παραδοσιακών χορών με συμμετοχές χορευτικών συγκροτημάτων από όλη την Ελλάδα και το εξωτερικο, παιδικές δραστηριότητες και παρουσίαση τραγουδιών για να τιμήσουν την εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου[1][2]

Την Δευτέρα του Πάσχα, πραγματοποιείται το έθιμο της Ρωμάνας, που αναβιωνει ο πολιτιστικος συλλογος Kλειδωνας. Γυναίκες, με τοπικές ενδυμασίες τραγουδώντας το τραγούδι της Ρωμάνας
συγκεντρώνουν χρήματα και υλικά για να φτιάξουν παραδοσιακες πιτες Το ίδιο απόγευμα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου υπό τους ήχους παραδοσιακής μουσικής προσφέρουν τις πιτες που
ετοίμασαν και γίνεται ένα κλασικό γλέντι με χορό και κρασί. 

Το Γουλέμι (ή Γολέμι) είναι ορεινό χωριό με πετρόχτιστα παραδοσιακά σπίτια του Νομού Φθιώτιδας. Υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Λοκρών και βρίσκεται περίπου 150 χλμ βόρεια της Αθήνας μεταξύ Λιβανατών και Αταλάντης.

Το Γολέμι με χιόνια (φωτό)

Ιστορία

Ο Ιερός Ναός της Αγίας Παρασκευής στο Γολέμι Φθιώτιδας

Το Γολέμι ιδρύθηκε σαν οικισμός τον 15ο αιώνα μ.Χ. κατά τους πρώτους χρόνους του εποικισμού των Σλάβων στον Ελλαδικό χώρο. Το 1506 στο χωριό υπήρχαν 29 νοικοκυριά, το 1521 39, το 1540 52 και το 1571 54. Αντίθετη πορεία ακολούθησε το χωριό κατά τους επόμενους αιώνες. Το 1815 αναφέρεται ότι υπήρχαν στο Γολέμι μόλις 10 σπίτια. Στη διάρκεια της επανάστασης του 1821 αναδείχθηκαν δύο αγωνιστές της ελευθερίας, κάτοικοι του χωριού, οι Δροσόπουλος Γεώργιος και Ιωάννου Ανδρέας. Το 1907 ο πληθυσμός του χωριού ήταν 160 κάτοικοι. Το 1932 αναγνωρίστηκε η κοινότητα Γολεμίου προερχόμενη από τον πρώην Δήμο Δαφνουσίων. Το 1940 ο πληθυσμός ανερχόταν σε 282 κατοίκους, το 1991 σε 240, το 2001 σε 168 και το 2011 σε 131 κατοίκους.

Τουρισμός - Αξιοθέατα

Ο επισκέπτης κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μπορεί ν απολαύσει περιπάτους στην φύση όπως και ποδηλασία ή πεζοπορία. Στο χωριό αυτό βρίσκεται η βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής όπου γίνεται το καθιερωμένο πανηγύρι με παραδοσιακά όργανα και φαγητά. Η περιοχή ενδείκνυται και για κυνήγι.

Δημοτική Ενότητα Μαλεσίνης

Μαλεσίνα

Η Μαλεσίνα είναι χωριό της Φθιώτιδας και ανήκει στο Δήμο Λοκρών στον οποίο αποτελεί και δημοτική κοινότητα. Ο πληθυσμός του οικισμού είναι 3.833 κάτοικοι, και ολόκληρης της κοινότητας
Μαλεσίνας είναι 4.427 κάτοικοι.

Θεολόγος

Ο οικισμός του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου («Θεολόγος Φθιώτιδας») είναι τουριστικό θέρετρο σε έναν όρμο στην ακτή του Οπουντίου κόλπου, σε μικρή απόσταση από το χωριό Μαλεσίνα. Ανήκει στο Δήμο Λοκρών και είναι κτισμένος στη θέση του λιμανιού της αρχαίας πόλης των Αλών (6ος π.Χ. αιώνας). Ιδρύθηκε από λίγες οικογένειες της Μαλεσίνας το 1923 που μετοίκησαν στην παραλία του. Η ονοματοδοσία του ανήκει στο μικρό εκκλησάκι του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και η ιστορία του είναι μεγάλη, καθότι πλάι του είναι τα ερείπια της αρχαίας πόλης των Αλών, τα περισσότερα των οποίων κείτονται στην παραλία και την θάλασσα, κατοικίες και τάφοι, καταδεικνύοντας ότι σεισμοί ήταν η αιτία της καταστροφής της.

Ιστορία

Η αρχαία πόλη των Αλών οφείλει το όνομά της στις αλυκές της και εκτείνει την παρουσία της καθ΄ όλη την διάρκεια των ιστορικών χρόνων, ενώ θεωρείται βέβαιο ότι ο χώρος της κατοικούνταν συνεχώς από την Νεολιθική εποχή ως τη μεσοβυζαντινή περίοδο (11ος και 12ος αιώνας), οπότε ερημώνεται ως το 1923. Παρότι οι αναφορές των αρχαίων συγγραφέων για την πόλη είναι σπάνιες  και πολύ φτωχές, οι Αλές ήταν το ασφαλέστερο και το κοντινότερο στον Οπούντα λιμάνι, το οποίο είχε παίξει σπουδαίο ρόλο στην ευρύτερη περιοχή.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Οι ανασκαφές στην αρχαία πόλη των Αλών, στη βόρεια πλευρά του όρμου του Θεολόγου, ξεκίνησαν το 1911 από τις αρχαιολόγους H.Goldman και Α. Walker - Κοσμοπούλου, συνεχίστηκαν ως το 1914 όποτε και διακόπηκαν λόγω του Α´ παγκοσμίου πολέμου για να συνεχιστούν τελικά μετά το 1935 από την H. Goldman. Στον αρχαιολογικό χώρο που πραγματοποιήθηκαν οι ανασκαφές βρίσκονταν η ακρόπολη των Αλών με τα τείχη, τις ιερατικές κατοικίες, τους βωμούς, τα μνημεία καθώς και ένα τετράστυλο ναό αφιερωμένο στην Αθηνά. Πλούσια ήταν τα ευρήματα που ήρθαν στο φως, όπως κομμάτια από δωρικές κολώνες, επιστήλια, μετόπες και από τις τρεις οικοδομικές φάσεις του ναού, κομμάτια από πήλινα αγάλματα καθώς και ένα μαρμάρινο ακέφαλο άγαλμα της Αφροδίτης, μπρούτζινα και ασημένια κοσμήματα. Από τα ευρήματα άλλα φυλάσσονται στις αποθήκες του αρχαιολογικού μουσείου Θηβών και μερικά από αυτά εκτίθενται στην πτέρυγα των προϊστορικών ευρημάτων του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών.

Τουρισμός - Αξιοθέατα

Η περιοχή είναι γνωστή ως τουριστικό θέρετρο λόγω της τοποθεσίας της. Όλος ο οικισμός βρίσκεται πάνω σ' ένα μεγάλο κόλπο. Η κεντρική παραλία βρίσκεται κατά μήκος του παραλιακού δρόμου. Είναι μεγάλη σε μήκος αλλά στενή σε πλάτος. Έχει ψιλή άμμο και τα νερά είναι κρύα και καθαρά. Εδώ το λιμάνι της περιοχής φιλοξενεί μικρά και μεγάλα πλεούμενα.
Άλλες παραλίες είναι η Βλυχάδα, η Λεκούνα, ο Αρσανάς και η παραλία του Οικοδομικού Συνεταιρισμού Μονίμων Αξιωματικών Ελληνικού Στρατού (ΟΣΜΑΕΣ).

Το Προσκυνά ή Προσκυνάς είναι χωριό του Νομού Φθιώτιδος και ανήκει στο Δήμο Λοκρών. Βρίσκεται περίπου 128 χλμ βόρεια της Αθήνας επί της Εθνικής Οδού Αθηνών-Λαμίας και σε υψόμετρο περίπου 80 μ. Πιο απομακρυσμένα από τη θάλασσα η μικρή σε έκταση πεδιάδα του Προσκυνά περιβάλλεται από λοφίσκους και διατρέχεται από ρέματα με πιο γνωστό από αρχαιοτάτους χρόνους εκείνο του Ρεβένικου ή Πλατάνιου στα δυτικά ενώ ανατολικά του διασχίζεται από το Διχαλόρρεμα. Το υπέδαφος του Προσκυνά ως τμήμα της ευρύτερης Νεογενούς περιοχής των ιζημάτων της Λοκρικής γης πλεονάζει σε ασβεστόλιθο.

Η κατανομή της γης γίνεται ανάμεσα σε αγροτικές καλλιέργειες, βοσκοτόπια, δάση και κατοικίες. Η γεωργική παραγωγή της περιοχής εντοπίζεται κυρίως σε σιτάρι και κριθάρι.

Ιστορία

Η περιοχή του Προσκυνά πρωτοκατοικήθηκε μεταξύ Παλαιολιθικής και Νεολιθικής περιόδου (7000 π.Χ. – 3200 π.Χ.). Ο οικισμός αυτός εκτός από την γεωργία, την κτηνοτροφία και την αλιεία, ανάπτυξε την ιδιαίτερα την κεραμοποιία. Πιθανότατα ο οικισμός διατηρήθηκε μέχρι την Αρχαϊκή εποχή (700 – 480 π.Χ.), αλλά από αυτό το χρονικό σημείο και έπειτα εγκαταλείφθηκε.

Ο Πρωτοελλαδικός οικισμός στο Προσκυνά (φωτό)

Το 1383 αρβανιτόφωνοι και ελληνόφωνοι κάτοικοι της Βορείου Ηπείρου, έπειτα από διωγμούς που υπέστησαν ίδρυσαν το Προσκυνά στη θέση όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα. Ο πληθυσμός του Προσκυνά κατά τα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας (1466) ήταν 41 νοικοκυριά, το 1506 αυξήθηκε σε 96, και το 1521 είχε 86 εστίες. Στα χρόνια που ακολούθησαν παρατηρήθηκε μία σταδιακή μείωση του αριθμού των κατοίκων του χωριού. Το 1540 είχε 46 νοικοκυριά, το 1570 55, το 1616 53 και το 1642 54. Περί το 1680 το χωριό αναφέρεται ως «Πουρσικίνα» ή «Προύσκινα» και έχει μόλις 23 νοικοκυριά (1688). Το 1810, ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης αναφέρει ότι στο Προσκυνά κατοικούσαν 35 οικογένειες Χριστιανών, οι οποίες ασχολούνταν κατά κύριο λόγο με τη γεωργία (καλλιέργεια σιταριού και κριθαριού) και λιγότερο με την κτηνοτροφία (αιγοπροβάτων).

Στην Επανάσταση του 1821 πήρε μέρος ο αγωνιστής και κάτοικος του χωριού Λάγιος Κώστας. Το χωριό καταστράφηκε ολοσχερώς από μεγάλο σεισμό του 1894. Περί τα 120 σπίτια κατέρρευσαν και 42 κάτοικοι από τους 516 σκοτώθηκαν. Ανάμεσα στα θύματα του καταστροφικού σεισμού 28 ήταν παιδιά που βρίσκονταν στην εκκλησία του χωριού. Το 1907 το χωριό αριθμούσε μόλις 93 κατοίκους και αυτό γιατί αρκετοί κάτοικοι του Προσκυνά -μαζί  με κατοίκους από το γειτονικό Κυπαρίσσι-, μετά το σεισμό, έχτισαν την Τραγάνα. Από την απελευθέρωση της Ελλάδος και έως το 1912 το Προσκυνά ανήκε στο δήμο Άνω Λάρυμνας. Ο πληθυσμός του Προσκυνά στις αρχές της δεκαετίας του 50 ήταν 216 κάτοικοι. Από το 1912 και μέχρι το 1998 αποτέλεσε ανεξάρτητη κοινότητα. Με την εφαρμογή του σχεδίου «Καποδίστριας» εντάχθηκε στο Δήμο Μαλεσίνας και από το 2010 αποτελεί μέρος του νέου διευρυμένου Δήμου Λοκρών.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Στο Προσκυνά από ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν στο χώρο επιβεβαιώθηκε η μακρόχρονη χρήση της περιοχής από τη νεολιθική εποχή έως τις μέρες μας. Η αρχαιολογική ανασκαφή έφερε στο φως μεγάλης έκτασης τμήμα οικισμού πρωτοελλαδικής εποχής μοναδικού ως σήμερα στη Φθιώτιδα. 

Τμήμα του Πρωτοελλαδικού οικισμού στο Προσκυνά (φωτό)

Ο Πρωτοελλαδικός οικισμός στο Προσκυνά (φωτό)

Ο οικισμός ήταν οργανωμένος σε οικιστικά σύνολα που αποτελούνταν από ανοιχτούς κοινόχρηστους χώρους (αυλές), οι οικίες ήταν ορθογώνιες με ένα ή δυο δωμάτια διαφορετικού μεγέθους, το δάπεδο των οικιών ήταν είτε από πατημένο χώμα είτε είχε επίστρωση πηλού, ο προσανατολισμός των οικιών ήταν Β-Ν με την είσοδο τους στο νότιο τμήμα. Στο κέντρο του οικισμού, στο υψηλότερο σημείο του λόφου, βρέθηκε τμήμα κτιρίου το οποίο ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα λόγω του μεγέθους του, πιθανότατα διώροφου όπως αυτό προκύπτει από τα παχιά θεμέλια με κατά τόπους ενίσχυση. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερης σημασίας κτίριο για την κοινωνία και πιθανότατα αποτελούσε έδρα της τοπικής εξουσίας. Πλούσια ήταν τα ευρήματα που βρέθηκαν στον πρωτοελλαδικό αυτό οικισμό, πρόκειται για ένα μεγάλο αριθμό καλής ποιότητας αγγείων αποκλειστικά χειροποίητων σε σχήματα και τύπους όλων των κατηγοριών της κεραμικής, αυτής της περιόδου, όπως φιάλες, σαλτσιέρες, πρόχοι, τρίποδες, πυξίδες, χύτρες, τηγανόσχημα τα οποία παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς έχουν τετράπλευρη λαβή και κερατοειδείς αποφύσεις με εγχάρακτα και εμπίεστα θέματα. Μεγάλος ήταν και ο αριθμός των εργαλείων (λεπίδες, ξέστρα, σμίλτες) , που βρέθηκαν, φτιαγμένων από οψιανό και κόκαλο καθώς και όπλων (κυρίως πρόκειται για αιχμές βελών). Από το μεγάλο αριθμό πυρήνων οψιανού και πυριτόλιθου που βρέθηκε αποδεικνύετε ότι στον Προσκυνά γίνονταν επεξεργασία εισαγόμενων υλών και η μεταποίηση τους καθώς και η μετέπειτα προώθησή τους στην ενδοχώρα.

Στα ευρήματα συμπεριλαμβάνονται ακόμη σφονδύλια, χάνδρες περιδέραιων διαφόρων σχημάτων κατασκευασμένες από όστρεα και στεατίτη, λίθινα περίαπτα με εγχάρακτη διακόσμηση και οστέινες περόνες. Ακόμη βρέθηκε ένα πήλινο πλακαρό[ασαφές] ειδώλιο πλοίου, το οποίο αποτελεί μοναδικό εύρημα πρωτοελλαδικής εποχής όχι μόνο για τη Λοκρίδα αλλά και για όλο τον ελλαδικό χώρο. Ιδιαιτέρως σημαντικά είναι τα ειδώλια που βρέθηκαν κατασκευασμένα από πηλό, μάρμαρο αλλά και όστρεα, απεικονίζουν μορφές ζωών και ανθρώπων , ανάμεσά τους ξεχωρίζει ένα ελλιπές μαρμάρινο ειδώλιο τύπου «Λούρου ».

Ακόμη έχουν βρεθεί έξι τάφοι με Α-Δ προσανατολισμό. Οι τάφοι αυτοί βρίσκονται μακριά από τα λοιπά κτίσματα της εποχής. Από αυτούς οι δυο ήταν κιβωτιόσχημοι και οι τέσσερις απλοί λάκκοι. Από τους κιβωτιόσχημους , οι πλευρές του πρώτου του ήταν από ασβεστολιθικές αδροκομμένες πλάκες και του δεύτερου, είχε κτιστά τοιχώματα από αργολιθοδομή με μικρούς λίθους. Όλοι περιείχαν το σκελετό ενός νεκρού, ο οποίος ενταφιάστηκε έντονα συνεσταλμένος με το κεφάλι δυτικά, οι νεκροί ήταν «ακτέριστοι» ενώ σε έναν μόνο είχε δοθεί ένας χάλκινος σφηκωτήρας.

Πολιτιστικά Δρώμενα

Στο χωριό βρίσκεται και το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής όπου τη πρώτη Παρασκευή μετά το Πάσχα γίνεται το τοπικό πανηγύρι.

Φωτογραφίες

Εικόνες του Προσκυνά

Μνημείο στην πλατεία (φωτό)

Ο Ιερός Ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος στο Προσκυνά Φθιώτιδας (φωτό)

Η παραλία του Βίβου (φωτό)

Η πλατεία του Προσκυνά (φωτό)

Δημοτική Ενότητα Οπουντίων

Το Μαρτίνο είναι οικισμός στην Περιφερειακή Ενότητα Φθιώτιδας και ανήκει στο Δήμο Λοκρών της τέως Επαρχίας Λοκρίδας. Το Μαρτίνο βρίσκεται 120 χιλ. βόρεια από την Αθήνα και σε υψόμετρο 300μ. Το σχετικά υψηλό του υψόμετρο χαρακτηρίζει την περιοχή από ημιορεινή έως ορεινή και το πολύ καλό ποιοτικά κλίμα δίνει τη δυνατότητα παραγωγής παραδοσιακών προϊόντων όπως το μέλι και το κρασί. Γειτονικοί οικισμοί είναι η Μαλεσίνα και η Λάρυμνα.

Ιστορία

3ος π.Χ. αιώνας

Στην ευρύτερη περιοχή του Μαρτίνου, από τον 3ο π.Χ. αιώνα, αναπτύχθηκε πόλη με το όνομα «Βουμελιταία» ή «Βουμελίτεια». Η πόλη ήκμασε μέχρι τους Βυζαντινούς χρόνους. Όσον αφορά την
ακριβή τοποθεσία της όμως υπάρχουν διαφορετικές απόψεις.

Έλευση Αρβανιτόφωνων το 1383 μ.Χ.

Μόνο το αρβανίτικο τμήμμα, ιδρύθηκε περί το 1383 μ.Χ., στο Δυτικο μέρος του σημερινού Μαρτίνου(Λίμθ ), και οφείλει το όνομά του στον Μαρτίν Μουζάκη, αρχηγό φατρίας αρβανιτόφωνων και
ελληνόφωνων εποίκων από τη Βόρεια Ήπειρο, οι οποίοι διώχτηκαν είτε από τους Αλβανούς της περιοχής, είτε από τους Σέρβους του Ντουσάν. Το παλαίο χωριό γύρω από την εκκλησία των ταξιαρχών προέρχεται από την αρχαία Βουμελιταία ή Παλιοχώρι Μαρτίνου πού είναι μία από τις μακροβιότερες αρχαίες πολεις με αδιάλειπτη κατοίκιση .Η μετακόμιση στον απέναντι λόφο στο
σημερινό Μαρτίνο έγινε λόγο σεισμών τον 6ον με 7ον αι. μ.χ.

Τουρκοκρατία

Το 1466 στο Μαρτίνο υπήρχαν 13 νοικοκυριά αρβανιτόφωνων μόνο στο Δυτικό τμήμα, το 1506 αυξήθηκαν σε 46 και το 1521 έφτασαν τα 77. Η αύξηση των κατοίκων του Μαρτίνου συνεχίστηκε και το 1688 τα νοικοκυριά του χωριού ήταν 100, ενώ προεπαναστατικά, το 1810, έφτασαν τα 300, όλα Χριστιανών.

Ο περιηγητής Αργύρης Φιλιππίδης, που επισκεύτηκε τη Λοκρίδα το 1815, έγραψε για το Μαρτίνο: «Το Μαρτίνο έχει σπίτια τριακόσια Χριστιανών. Και εδώ η γενική γλώσσα είναι τα Αρβανίτικα. Μιλούν βέβαια και στη δική μας γλώσσα (…). Έχει καλά νερά και τόπο πολύ… κάνουν σιτάρι, κριθάρι, βαμβάκι, κρασί και άλλα γεννήματα (...) έχουν πρόβατα και γίδια αρκετά (...) ». Επίσης μας πληροφορεί ότι εκείνη την περίοδο το Μαρτίνο υπαγόταν εκκλησιαστικά στη Θήβα.

Από την Ελληνική επανάσταση του 1821 έως την απελευθέρωση

Προτομή του Βάσου Μαυροβουνιώτη, στην Ποντγκόριτσα του Μαυροβουνίου (φωτό)

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, το Μαρτίνο ανέδειξε επτά αγωνιστές, τους: Δήμο Αγγελή, Δήμου Βέργο, Κόλλια Ιωάννη, Κούρο Δήμο, Μαρτιναίο Λουκά του Ν., Μήτζου Γιαννάκη και Πάνο Θεοδωρή.

Ο Ανεμόμυλος (φωτό)

Μία από τις σημαντικότερες μάχες κατά τη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης στην ευρύτερη περιοχή της Λοκρίδας ήταν αυτή του Μαρτίνου, που διεξήχθη στις 29 Ιανουαρίου του 1829. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης με την ΣΤ’ χιλιαρχία του αποδεκάτισε τα στρατεύματα των Τούρκων. Το Δεκέμβρη του 1828 ο Μαχμούτ Πασάς ξεκίνησε για τη Λιβαδειά με 6000 πεζούς και 600 ιππείς.
Έφτασε στο Μαρτίνο με δύναμη 3000 πεζών και 500 ιππέων στις 28 Ιανουαρίου 1828. Ο Βάσος Μαυροβουνιώτης ήταν οχυρωμένος με τους άνδρες του στα σπίτια, έχοντας παράλληλα στήσει
οδοφράγματα στους δρόμους του χωριού. Άφησε ανοικτό μόνο τον κεντρικό δρόμο του χωριού, ώστε να παγιδέψει τους Τούρκους. Πράγματι ο στρατός του Μαχμούτ Πασά παγιδεύτηκε στο εσωτερικό του χωριού, και αποδεκατίστηκε. Στη μάχη σκοτώθηκαν διακόσιοι Τούρκοι στρατιώτες, αρκετοί τραυματίστηκαν και στα χέρια των Ελλήνων υπερασπιστών της πόλης έμειναν λάφυρα και τρεις τουρκικές σημαίες. Το σπουδαιότερο αποτέλεσμα της νικηφόρας μάχης για τους Έλληνες, ήταν ότι απέτρεψαν τα τουρκικά σχέδια για ανακατάληψη της Στερεάς Ελλάδας, όπως επίσης και ότι δόθηκε η δυνατότητα στον Ιωάννη Καποδίστρια να διαπραγματευτεί υπό διαφορετικούς και ευνοϊκότερους όρους τα σύνορα του ανεξάρτητου, νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Από την σύσταση του νέου Ελληνικού Κράτους έως σήμερα

Το 1844 το Μαρτίνο έγινε έδρα του Δήμου Λάρυμνας, με συνολικό πληθυσμό 2.050 κατοίκους. Η έδρα μεταφέρθηκε στο Προσκυνά το 1857, για να επανέρθει στο Μαρτίνο το 1872. Ο δήμος
περιελάβανε εκτός του Μαρτίνου, τα χωριά Προσκυνά, Παύλο, Λούτσι, Ράδου (Ράδι), Μάζι, Μαλεσίνα, τις Μονές Αγ. Γεωργίου και Αγ. Τριάδας, Καλύβια, Μύλοι Λάρμας και Μύλος Ζέϊκου.
Το 1882 αρχίζει η λειτουργία του «Ελληνικού Σχολείου» ή «Ελληνικού Σχολαρχείου» στο Μαρτίνου.

Μνημείο στην πλατεία του Μαρτίνου (φωτό)

Στο μεγάλο σεισμό του 1894 που συγκλόνισε την Λοκρίδα, το Μαρτίνο υπέστη σημαντικές ζημιές. Σε σύνολο 1434 κατοίκων, σκοτώθηκαν 39 και άλλοι 23 τραυματίστηκαν, ενώ κατέρρευσαν 300 σπίτια. Το 1907 ο δήμος Λάρυμνας αριθμούσε 5309 κατοίκους, εκ των οποίων οι 1586 ήταν κάτοικοι Μαρτίνου, με δήμαρχο τον Σπ. Γιάγκου. Το Μαρτίνο αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητη κοινότητα το 1912, αφού αποσπάστηκε από τον τέως Δήμο Λάρυμνας. Η νέα κοινότητα περιλάμβανε το Μαρτίνο και το μεταλλείο της Τσούκας. Το 1920 ο πληθυσμός της κοινότητας έφτανε τους 1605 κατοίκους. Ιδρύεται ο ποδοσφαιρικός σύλλογος «Οπούντιος Μαρτίνου» το 1929. Το 1952 το Μαρτίνο είχε 2.068 κατοίκους. Ένα άλλο βασικό χαρακτηριστικό της περιοχής είναι η παρουσία αρκετών πολιτιστικών ομάδων. Το 1976 ιδρύεται ο Μορφωτικός Σύλλογος Μαρτίνου, «ΜΟ.ΣΥ.Μ» που επιδιώκει την υποστήριξη κάθε λογής πράξης πολιτισμικού ενδιαφέροντος.
Από το 1997 το Μαρτίνο ανήκε στο νεοσύστατο δημο Οπουντιων. Με τη νέα διοικητική διαίρεση του Ελληνικού κράτους, (Σχέδιο Καλλικράτης), το Μαρτίνο εντάχθηκε στο διευρυμένο Δήμο Λοκρών.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Στη θέση Παλαιοχώρι Μαρτίνου βρέθηκαν δυο ανάγλυφα, γνωστά ως «κόκκινα αγάλματα». Το πρώτο αναπαριστά ανδρική μορφή καθισμένη σε σκαμνί και ένα μικρό ελάφι. Το δεύτερο που είναι ανάγλυφη παράσταση σε ταφική στήλη αναπαριστά έναν έφηβο σε πλάγια όψη που φορά χλαμύδα. Έχει διασωθεί μόνο το πάνω μέρος του εφήβου μέχρι τους μηρούς. Τα δύο αυτά ανάγλυφα φυλάσσονται στην πρώτη αίθουσα των γλυπτών του μουσείου Θηβών.

Αξιοθέατα - Τουρισμός - Πολιτιστικά δρώμενα - Σύλλογοι

Ο επισκέπτης θα δει το παλιό δημοτικό του χωριού που έχει χαρακτηριστεί ως διατηρητέο μνημείο. Υπάρχει επίσης η βυζαντινή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου με της βυζαντινές τοιχογραφίες και εικόνες. Άλλα αξιοθέατα του χωριού είναι η είσοδος του ναού του Πάνα και οι αρχαίες βρύσες «Τσοροκός» και «Μοναχού». Κάθε 8 του Νοέμβρη το χωριό γιορτάζει τους πολιούχους του Μιχαήλ και Γαβριήλ με διάφορες εκδηλώσεις στη κεντρική εκκλησία του. Με τη σύσταση τμήματος Μουσικού Εργαστηρίου του «ΜΟ.ΣΥ.Μ», το καλοκαίρι του 2010 δίνονται πολλές συναυλίες υπό την αιγίδα του. Δεν περιορίζεται όμως σε αυτές αλλά επεκτείνεται και σε θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις και εκπαιδευτικές εκδρομές.

Ο σύλλογος των εν Αθήναις και απανταχού Μαρτιναίων «Αίας ο Λοκρός» όπως φανερώνει και ο ίδιος ο τίτλος του ενδιαφέρεται για οποιοδήποτε ζήτημα ή θέμα απασχολεί το Μαρτίνο. Ο επιμορφωτικός και εκπολιτιστικός σύλλογος γυναικών Μαρτίνου «Η Μέλισσα», ιδρύεται το 1982 με κύριο σκοπό τη διάσωση και τη διάδοση της λαϊκής παράδοσης του τόπου. Για να πετύχει τους σκοπούς του λειτούργησε διαφορά τμήματα επιμόρφωσης τεχνών όπως της μουσικής, του χορού και της ζωγραφικής ενώ παράλληλα εστίασε την προσοχή του και στη λαϊκή τέχνη όπως αυτή του
κεντήματος.

Φωτογραφίες

To Μαρτίνο το 2013 (φωτό)

Βάσσος Μαυροβουνιώτης (φωτό)

Η Λάρυμνα είναι παραθαλάσσιος οικισμός στον Βόρειο Ευβοϊκό κόλπο, στον ομώνυμο «όρμο της Λάρυμνας», και βρίσκεται 130 χιλιόμετρα περίπου βορειοδυτικά της Αθήνας, σε μεσοσταθμικό
υψόμετρο 5 μέτρων. Ανήκει στον Νομό Φθιώτιδας και στον Δήμο Λοκρών. Γειτονικοί οικισμοί είναι οι Μαρτίνο (ανατολικά), Μαλεσίνα (βόρεια) και Άγιος Ιωάννης (νότια). Πάνω από τη Λάρυμνα υψώνεται ο λόφος Αετόλυμα. Κύριο χαρακτηριστικό είναι ότι ο οικισμός εφάπτεται με το εργοστάσιο μεταλλουργίας ΛΑΡΚΟ. Βρίσκεται στην θέση της ομώνυμης αρχαία βοιωτικής πόλης, που αναφέρεται από τον Παυσανία.

Ιστορία

Τμήμα του αρχαίου τείχους της Λάρυμνας (φωτό)

Η Λάρυμνα ήταν η ανατολικότερη πόλη της Οπουντίας Λοκρίδας, στη θέση της σημερινής Λάρυμνας (Καστρί). Η συμβολή της στην ανάπτυξη του αρχαίου Ελληνικού κόσμου, λόγω της γεωγραφικής της θέσης υπήρξε σπουδαία. Πόλη εμπορική, πλούσια και καλά οχυρωμένη με τείχος χτισμένο με πολυγωνικούς και τετράγωνους ογκόλιθους. Άξια λόγου ήταν τα πολλά και μεγάλα οικοδομήματα, με ιδιαίτερο οικοδόμημα τον ναό του Διονύσου με το άγαλμά του. Τη βόρεια πλευρά του λιμανιού της την ένωνε μια μεγάλη τρίτοξη γέφυρα με την απέναντι χερσόνησο. Το στόμιο του λιμανιού έκλεινε με αλυσίδα για να επισημαίνεται η πλημμυρίδα και η άμπωτη του Ευρίπου. Με βάση τις ιστορικές πηγές, το 225 π.Χ. ο Αντίγονος ο Δώσων παρέμεινε στα πλοία του όταν αυτά κάθισαν στον πυθμένα της θάλασσας, κοντά στο λιμάνι της Λάρυμνας, έως ότου σχηματιστεί η πλημμυρίδα. Το 85 π.Χ. η πόλη καταστράφηκε από τον Ρωμαίο Σύλλα γιατί συμμετείχε στην επανάσταση ενάντια στους Ρωμαίους μαζί με την πόλη των Αλών.

Παράλιο τμήμα του τείχους της Λάρυμνας (φωτό)

Σύμφωνα με τον Παυσανία (Βοιωτικά 23,7) η Λάρυμνα οφείλει το όνομά της στην κόρη του Κύνου Λάρυμνα, αιτιολογώντας έτσι και τον δεσμό μεταξύ Λορκών και Λάρυμνας, αν και ανήκε στις Φωκικές πόλεις. Από αρχαιοτάτων χρόνων η Λάρυμνα ήταν φόρου υποτελής στους Οπουντίους Λοκρούς. Από τα μέσα του 4ου π. Χ. αιώνα προσχώρησε οικειοθελώς στους τότε ισχυρούς Θηβαίους. Αρχαιότερη και ισχυρότερη της Λάρυμνας ήταν η Άνω Λάρυμνα, κοντά στις εκβολές του Κηφισού ποταμού, η οποία κατά την Ρωμαιοκρατία, έχασε την αίγλη της. Η ακρόπολη της Άνω Λάρυμνας ήταν στη σημερινή θέση «Παζαράκι», όπου διακρίνονται ίχνη κυκλώπειων τειχών πάχους 2,40 μέτρων. Τα αρχαιολογικά ευρήματα βεβαιώνουν ότι η τοποθεσία κατοικήθηκε κατά τη Νεολιθική εποχή. Σύμφωνα με τον Στράβωνα (9, 406) ξεχώριζε η παραλιακή Λάρυμνα, επίνειο του Ορχομενού και άλλων παραλιμνίων βοιωτικών πόλεων, από την 'Ανω Λάρυμνα, η οποία ήταν κτισμένη 3-4 χιλιόμετρα ενδότερα και τη θεωρούσε Λοκρική πόλη. Σύμφωνα πάντα με τον Παυσανία Λάρυμνα ήταν ή Κάτω Λάρυμνα.

Πίθος στο λιμάνι της Λάρυμνας (φωτό)

Στο τέλος του 5ου και αρχές 6ου μ. Χ. αιώνα ο νοτιότερος γνωστός παράκτιος οικισμός βρισκόταν στην Λάρυμνα στη Λοκρίδας. Στην τοποθεσία Παζαράκι η αρχαιολογική σκαπάνη εντόπισε ίχνη οικισμού και βασιλικής και στην παραλία λείψανα λιμενικών έργων και οχυρώσεων, πιθανότατα της εποχής του Ιουστινιανού.

Από το 1800-2000

Πολύτιμη πηγή πληροφοριών για τις δραστηριότητες των κατοίκων της Λάρυμνας τους νεώτερους χρόνους είναι οι γραπτές μαρτυρίες του Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ (William Martin Leake), Άγγλου στρατιωτικού, ο οποίος περιηγήθηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 19ου αιώνα. Από τις αναφορές του εξάγεται το συμπέρασμα ότι η Λάρυμνα, λόγω της άφθονης παροχής νερού, (2 νερόμυλοι) εξασφάλιζε σημαντική οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα για τους κατοίκους της. To λιμάνι της την εποχή αυτή αποκτά στρατηγική σημασία για τα οικονομικά συμφέροντα της χώρας, λόγω της εξαγωγής μεταλλεύματος στο εξωτερικό, διαγράφοντας ένα μέλλον με ιδιαίτερη δυναμική. Το 1894 όμως απρόσμενα η ανοδική πορεία της Λάρυμνας ανακόπτεται λόγω του ισχυρού σεισμού που έπληξε όλη τη Λοκρίδα. Με τον ερχομό του 20ού αιώνα ανασυγκροτείται και πάλι με την κατασκευή μεγάλων εγκαταστάσεων εργοταξίου σιδηρονικελίου στην παραλία της. Το 1912 με την κατάργηση του συστήματος των Δήμων και τη μετατροπή των οικισμών ξανά σε αυτόνομες κοινότητες ο οικισμός Λάρυμνας την 23/9/1923 αναγνωρίστηκε σε Κοινότητα.

Το εργοστάσιο της ΛΑΡΚΟ (φωτό)

Στις αρχές της δεκαετίας του ΄30 χτίστηκε το Δημοτικό Σχολείο και το 1932 ιδρύεται ο Γεωργικός Συνεταιρισμός Λάρυμνας, πρωτοποριακή κίνηση για τα κοινωνικά δεδομένα της Λοκρίδας.
Το 1938 στις εκβολές του κεφαλόβρυσου στο φαράγγι κατασκευάζεται νέο υδροκίνητο συγκρότημα (μύλος-μαντάνι-ντρεσίλα) προσφέροντας τις υπηρεσίες του στους κατοίκους της περιοχής μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκόσμιου Πολέμου καραβιές μεταλλεύματος έφευγαν λαθραία για τη Γερμανία, ώστε να ενισχύσουν την πολεμική της βιομηχανία. Το 1952 μεταπολεμικά αρχίζει εκ νέου η εκμετάλλευση των μεταλλείων. Το 1958 εγκρίθηκε με Βασιλικό Διάταγμα εγκρίθηκε το ρυμοτομικό σχέδιο πόλεως, το ηλεκτρικό
ρεύμα θα φωταγωγήσει τη Λάρυμνα και θα ιδρυθεί επίσημα το ποδοσφαιρικό σωματείο «Η Προοδευτική» Λάρυμνας.

Το 1963 ιδρύεται η εταιρεία ΛΑΡΚΟ και την 14η Ιανουαρίου 1964 η θαλάσσια συγκοινωνία και το διαμετακομιστικό εμπόριο, που για χρόνια γινόταν από το λιμάνι της Λάρυμνας προς τα λιμάνια του Ευβοϊκού, του Παγασητικού και του Θερμαϊκού έλαβε τέλος λόγω της ανάπτυξης του σύγχρονου οδικού δικτύου με την Εθνική οδό και τους τοπικούς άξονες να ενώνουν τις πόλεις και τα χωριά.

Η νήσος του Αγίου Νικολάου στον κόλπο της Λάρυμνας (φωτό)

Τη δεκαετία του 1970 χτίζονται τα πρώτα σπίτια του οικισμού ΣΑΠΕΡ και γίνεται η έναρξη του ιδιωτικού Γυμνασίου του ιδρύματος Μποδοσάκη στον οικισμό ΛΑΡΚΟ. Το 1970 ανοίγει το Φαρμακείο Λάρυμνας. Το 1978 συστήθηκε η Κοινοτική Βιβλιοθήκη. Το 1979 ιδρύθηκε ο Μορφωτικός Σύλλογος και το 1986 ο Βρεφονηπιακός Σταθμός. Το 1993 ιδρύεται ο Σύλλογος Προστασίας Ιστορικής Κληρονομιάς και αρχίζουν οι εργασίες για την προστασία και ανάδειξη του βυζαντινού ναού του Αγίου Νικολάου. Το 1999 αποτελεί Δημοτικό διαμέρισμα του διευρυμένου Καποδιστριακού Δήμου Οπουντίων και το 2011 Τοπική Κοινότητα του Καλλικράτικου Δήμου Λοκρών.

Ήθη – Έθιμα - Πολιτιστικά δρώμενα

Ημέρα γιορτής για τη Λάρυμνα είναι η 9η Μαΐου όταν τιμάται ο Άγιος Νικόλαος ο νέος. Το εκκλησάκι του βρίσκεται σε ένα μικρό νησί του κόλπου της Λάρυμνας όπου τη συγκεκριμένη ημέρα οι κάτοικοι συγκεντρώνονται ψήνουν αρνιά, χορεύουν και τραγουδούν γιορτάζοντας τον Άγιο. Επίσης ο Πολιτιστικός Σύλλογος Λάρυμνας «Η Λάρυμνα», που ιδρύθηκε το 2001, έχει πραγματοποιήσει με τα αντίστοιχα τμήματα του συλλόγου διάφορες εκδηλώσεις με τη μορφή είτε χορωδιακών συναυλιών, είτε παραδοσιακών χορών.

Copyright © 2019, Δήμος Λοκρών WEB DEVELOPMENT BY EGRITOS GROUP | WEB DESIGN BY CIRCUS DESIGN STUDIO